ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ενας Λέων καταφθάνει…

11s5cin

Μέσα στο κατακαλόκαιρο και (θεωρητικά) στην πιο «νεκρή» εβδομάδα του Αυγούστου μάς έρχεται ο τελευταίος Χρυσός Λέων της Βενετίας. Και όμως αξίζει τον κόπο αυτές τις ημέρες, η βόλτα μέχρι τη θερινή Ταινιοθήκη, για να δει κανείς ένα φιλμ ευαίσθητο και αληθινό, κομμάτι της πιο αυθεντικής κινηματογραφικής τέχνης. Το «Από μακριά» (***) του πρωτοεμφανιζόμενου Βενεζουελάνου Λορένζο Βίγκας μπορεί να μην είναι ακριβώς αριστούργημα, έχει όμως μέσα στην απλότητά του, μια ώριμη στόχευση που πιθανώς να οφείλεται και στη σεναριακή συνεργασία του δημιουργού με τον Γκιγιέρμο Αριάγκα («Χαμένες Αγάπες», «21 Γραμμάρια», «Βαβέλ»).

Ο Αρμάντο (Αλφρέδο Κάστρο) είναι ένας μεσήλικας οδοντοτεχνίτης που ζει μόνος. Μετά τη δουλειά του συνηθίζει να «ψαρεύει» αγόρια στις φτωχογειτονίες του Καράκας· με αρκετά γενναιόδωρο αντίτιμο, αρκείται μόνο στο να τα βλέπει να γδύνονται. Ενα από αυτά, ο 17χρονος Ελντερ (Λουίς Σίλβα), χαμίνι του δρόμου και μικροεγκληματίας, τον χτυπά και τον ληστεύει. Ο Αρμάντο, ωστόσο, αναζητάει και πάλι τον νεαρό, τον βοηθά να αναρρώσει (μετά από ένα γερό ξυλοφόρτωμα) και σταδιακά κερδίζει την εμπιστοσύνη του. Παρόλο που το δίδυμό τους μοιάζει ασυνήθιστο, οι ομοιότητες είναι αρκετές. Με τον τρόπο τους είναι και οι δύο παρίες της κοινωνίας που αναζητούν απελπισμένα όσα έχουν στερηθεί.

Το φιλμ του Λορένζο Βίγκας είναι επί της ουσίας μια ελεγεία πάνω στον θεμελιώδη (και πανάρχαιο) δεσμό νεαρού άνδρα – ώριμου μέντορα. Το σεξουαλικό στοιχείο, το οποίο θα επανέλθει στο τέλος, στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας είναι άνευ σημασίας. Αλλωστε, ο νεαρός πρωταγωνιστής αυτό που ψάχνει πρωτίστως είναι ένα πατρικό-ανδρικό πρότυπο να τον καθοδηγήσει, ενώ και ο Αρμάντο είναι πρόθυμος να τον προστατέψει και να τον διδάξει, κάτι το οποίο στερήθηκε από τον δικό του πατέρα.

Αυτή η σχέση, που είναι πολύ σημαντική στη ζωή και στην ανάπτυξη ενός άνδρα, εξελίσσεται εδώ σε fast track, με κλιμακώσεις ταιριαστές στους χαρακτήρες αλλά και τη σκληρή πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Τελικά η ιστορία λειτουργεί έως το τέλος, μένοντας μακριά από αχρείαστους μελοδραματισμούς και αμηχανίες, για δύο κυρίως λόγους: τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών (ειδικά του Αλ. Κάστρο), καθώς και την μετρημένη κινηματογράφηση, η οποία «νοστιμεύει» με την εκτός πλάνου δράση και τις σοφά διαλεγμένες μακρινές λήψεις.

Η τελική κλιμάκωση και το φινάλε της ταινίας μοιάζουν με την εκπυρσοκρότηση κυνηγετικού όπλου: όλη η συσσωρευμένη ενέργεια εξαπολύεται σε σκάγια που απλώνονται παντού, δημιουργώντας όλων των ειδών τις επίπονες και ταυτόχρονα λυτρωτικές συνέπειες. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις –ούτε καν απαντήσεις σχετικά με την αλήθεια των ηρώων– μοιάζει να λέει ο Βίγκας, καθώς ανθρώπινα ένστικτα και τελική συνειδητοποίηση συγκρούονται δημιουργώντας το τοπίο μιας σύγχρονης τραγωδίας.