ΜΟΥΣΙΚΗ

Ντικ Ντέιλ: O «βασιλιάς» της σερφ κιθάρας

katagrafh--2

Έφυγε το Σάββατο από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών ο Ντικ Ντέιλ, ένας από τους πιο ιδιαίτερους κιθαρίστες του αμερικανικού ροκ εν ρολ και πρωτοπόρος του σερφ ήχου των αρχών της δεκαετίας του ’60, ενός μουσικού υποείδους του ροκ που κυριάρχησε στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών τα χρόνια πριν από τη «Βρετανική Εισβολή» και την παντοδυναμία των «Σκαθαριών» και των βρετανικών συγκροτημάτων της εποχής και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ο βιρτουόζος της ηλεκτρικής κιθάρας αποτέλεσε την εμβληματική μορφή της instrumental εκδοχής της surf μουσικής, ενός ήχου διακριτού από τον πιο μελωδικό και «μαλακό» vocal σερφ ήχο συγκροτημάτων όπως οι Beach Boys, και έμεινε γνωστός ως ο «Βασιλιάς της Σερφ Κιθάρας». Πατώντας στην προϋπάρχουσα instrumental εκδοχή του ροκ εν ρολ καλλιτεχνών όπως ο Λινκ Ρέι, ο Ντουέιν Έντι, οι Ventures και οι Shadows, ο Ντικ Ντέιλ εισήγαγε στον κιθαριστικό αυτό ήχο μουσικές επιρροές από τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, δημιουργώντας έναν πρωτοφανή «εξωτικό» ήχο, λίγα χρόνια πριν οι ανατολίτικες επιρροές εισέλθουν για τα καλά στη ροκ μουσική μέσω της ψυχεδέλειας των late 60s.


Twitter: @sparkmusicarts

Πίσω από το ιδιαίτερο αυτό «πάντρεμα» του κιθαριστικού ροκ εν ρολ με τους ήχους της Ανατολής βρίσκεται η ίδια η καταγωγή του Ντέιλ, ο οποίος γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1937, γιος ενός Λιβανέζου μετανάστη και μίας γυναίκας με καταγωγή από την Πολωνία και τη Λευκορωσία, και μεγάλωσε ακούγοντας διάφορους ετερόκλητους ανατολίτικους ήχους στο πλαίσιο της οικογένειας του, η οποία αποτελούταν από παραδοσιακούς μουσικούς. Μία από τις ανατολίτικες μελωδίες που πρέπει να του έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η πλέον πολυδιασκευασμένη «Μισιρλού», μία «ορφανή» μελωδία της Ανατολικής Μεσογείου που ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1927. Χρησιμοποιώντας έντονη παραμόρφωση στην κιθάρα του και έχοντας τσίτα… τα γκάζια, ο Ντικ Ντέιλ μαζί με το συγκρότημα του, τους «Del-Tones», μετέτρεψε το 1962 την αργή μελωδία της «Μισιρλού» σε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του σερφ ήχου, κάνοντας τη δημοφιλή σε ένα τελείως διαφορετικό και πιο νεανικό κοινό και ωθώντας και άλλα χαρακτηριστικά σερφ σχήματα, όπως οι Trashmen, να ηχογραφήσουν τις δικές τους εκδοχές του κομματιού. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η σερφ εκδοχή της «Μισιρλού» απέκτησε νέα ζωή και έγινε αγαπητή σε ένα ακόμη πιο ευρύ κοινό, καθώς επιλέχθηκε από τον Κουέντιν Ταραντίνο για το «μουσικό ντύσιμο» των τίτλων αρχής του «Pulp Fiction», ταυτιζόμενη έκτοτε με το αριστούργημα του Κουέντιν Ταραντίνο όσο λίγα μουσικά κομμάτια με μία κινηματογραφική ταινία.

Όντας δεινός σέρφερ και ο ίδιος από την ηλικία των 17 ετών, όταν η οικογένεια του μετακόμισε στη νότια Καλιφόρνια, ο Ντέιλ προσπάθησε να μεταφέρει με την κιθάρα του τον ίλιγγο της εμπειρίας του σέρφινγκ και τους διάφορους ήχους που συνοδεύουν αυτή, όπως το «σκάσιμο» των κυμάτων στην ακτή και τους θορύβους που κάνουν τα θαλάσσια θηλαστικά που κολυμπούν στα ανοιχτά. Έτσι, επιδίωξε να αποτυπώσει στις χορδές της κιθάρας του όλα τα ερεθίσματα που του έδινε η θάλασσα, καθώς «δάμαζε» με τη σανίδα του κάποιο επιβλητικό κύμα στα ανοιχτά της Καλιφόρνιας, δίνοντας μορφή σε ένα από τα πιο γνήσια μουσικά είδη των δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών.