ΜΟΥΣΙΚΗ

Ντικ Ντέιλ: O «βασιλιάς της σερφ κιθάρας»

Ο εμβληματικός κιθαρίστας που έφερε τους ήχους της Ανατολής στις... σανίδες της Δυτικής Ακτής

ntik-nteil-o-vasilias-tis-serf-kitharas-2305527

Έφυγε το Σάββατο από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών ο Ντικ Ντέιλ, ένας από τους πιο ιδιαίτερους κιθαρίστες του αμερικανικού ροκ εν ρολ και πρωτοπόρος του σερφ ήχου των αρχών της δεκαετίας του ’60, ενός μουσικού υποείδους του ροκ που κυριάρχησε στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών τα χρόνια πριν από τη «Βρετανική Εισβολή» και την παντοδυναμία των «Σκαθαριών» και των υπόλοιπων «γιεγιέδικων» βρετανικών συγκροτημάτων των mid-’60s (The Rolling Stones, The Troggs, The Kinks, The Dave Clark Five κ.λπ.) και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ο βιρτουόζος της ηλεκτρικής κιθάρας αποτέλεσε την εμβληματική μορφή της οργανικής (instrumental) εκδοχής της σερφ μουσικής, ενός ήχου διακριτού από το πιο μελωδικό και ποπ φωνητικό σερφ των Beach Boys και άλλων παρεμφερών σχημάτων της εποχής, λαμβάνοντας τον τίτλο του «Βασιλιά της Σερφ Κιθάρας», ο οποίος μάλιστα επισημοποιήθηκε με την κυκλοφορία του ομώνυμου δεύτερου άλμπουμ του το 1963 («King of the Surf Guitar»). Πατώντας στην προϋπάρχουσα οργανική εκδοχή του ροκ εν ρολ, η οποία είχε ήδη καταστεί δημοφιλής από κιθαρίστες όπως ο Λινκ Ρέι και ο Ντουέιν Έντι και συγκροτήματα όπως οι Ventures και οι Shadows, ο Ντικ Ντέιλ εμπλούτισε την ηλεκτρική μουσική των ύστερων ’50s και πρώιμων ’60s με επιρροές από τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη, δημιουργώντας έναν πρωτοφανή ροκ εν ρολ ήχο με εξωτική χροιά, προτού οι ανατολίτικες επιρροές εισέλθουν για τα καλά στη ροκ μουσική μέσω της ψυχεδέλειας του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’60.

ntik-nteil-o-vasilias-tis-serf-kitharas0
Ο Ντικ Ντέιλ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «κουμπάρος» του κιθαριστικού ροκ εν ρολ και των ανατολίτικων μελωδιών.

Πίσω από το ιδιαίτερο αυτό «πάντρεμα» του κιθαριστικού ροκ εν ρολ με τους μελαγχολικούς ήχους της Ανατολής βρίσκεται η ίδια η καταγωγή του Ντέιλ. Γεννημένος στη Βοστώνη το 1937, με πατέρα από τον Λίβανο και μητέρα με καταγωγή από την Πολωνία και τη Λευκορωσία, ο Αμερικανός μουσικός μεγάλωσε ακούγοντας διάφορους ετερόκλητους ανατολίτικους ήχους στο πλαίσιο της οικογένειας του, η οποία αποτελούνταν από παραδοσιακούς μουσικούς. Μία από τις ανατολίτικες μελωδίες που πρέπει να έκανε μεγάλη εντύπωση στα νεανικά αυτιά του ήταν η πλέον πολυδιασκευασμένη «Μισιρλού», μία «ορφανή» μελωδία της Ανατολικής Μεσογείου που ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1927. Χρησιμοποιώντας έντονη παραμόρφωση στην κιθάρα του και έχοντας τσίτα τα… γκάζια, ο Ντικ Ντέιλ μαζί με το συγκρότημα του, τους Del-Tones (ως Dick Dale & His Del-Tones), μετέτρεψε το 1962 την αργή μελωδία της «Μισιρλού» σε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του σερφ ήχου, κάνοντας τη δημοφιλή σε ένα τελείως διαφορετικό και πιο νεανικό κοινό και ωθώντας και άλλα χαρακτηριστικά σερφ σχήματα της εποχής να ηχογραφήσουν τις δικές τους εκδοχές του κομματιού (χαρακτηριστική η περίπτωση των Trashmen, ευρύτερα γνωστών για το θεότρελο «Surfin’ Bird»). Τρεις δεκαετίες αργότερα, η σερφ εκδοχή της «Μισιρλού» απέκτησε νέα ζωή και έγινε αγαπητή σε ένα ακόμη πιο ευρύ κοινό, καθώς επιλέχθηκε από τον Κουέντιν Ταραντίνο για το μουσικό «ντύσιμο» των τίτλων αρχής του «Pulp Fiction», ταυτιζόμενη έκτοτε με το αριστούργημα του Αμερικανού σκηνοθέτη όσο λίγα μουσικά κομμάτια με μία κινηματογραφική ταινία.

Όντας δεινός σέρφερ και ο ίδιος από την ηλικία των 17 ετών, όταν η οικογένεια του μετακόμισε στη νότια Καλιφόρνια, ο Ντέιλ προσπάθησε να μεταφέρει στην κιθάρα του τον ίλιγγο της εμπειρίας του σέρφινγκ και τους διάφορους υγρούς ήχους της άγριας θάλασσας των ακτών του Ειρηνικού, όπως το «σκάσιμο» των ορμητικών κυμάτων στις καλιφορνέζικες ακτές και τους θορύβους που κάνουν τα θαλάσσια θηλαστικά που κολυμπούν στα ανοιχτά. Έτσι, αποτύπωσε στις χορδές του όλα τα ερεθίσματα που του έδινε η θάλασσα καθώς «δάμαζε» με τη σανίδα του κάποιο επιβλητικό κύμα στα ανοιχτά της Καλιφόρνιας, δίνοντας μορφή σε ένα από τα πιο γνήσια μουσικά είδη των δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών.