ΜΟΥΣΙΚΗ

Οπου «συμμορία», βάλε «κομπανία»

gkat_14_0702_page_1_image_0001

Μία ενδιαφέρουσα αναδρομή στα 50 και πλέον χρόνια μουσικής λογοκρισίας στην Ελλάδα, επιχειρεί η συναυλία που θα δοθεί την ερχόμενη Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου, στο «Ολύμπια». Η μουσική παράσταση με τίτλο «Τα λογοκριμένα» στο  Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», εστιάζει στα τραγούδια που απαγορεύθηκαν, λοιδορήθηκαν, άλλαξαν στίχους, λέξεις, ολόκληρες στροφές, κάποια ξεγλίστρησαν από τους λογοκριτές με διάφορα τεχνάσματα. Σίγουρα, αγαπήθηκαν από τον κόσμο.

Ο Κώστας Μακεδόνας, ο Γιάννης Μπέζος, η Ρίτα Αντωνοπούλου και η Ελένη Καρακάση συναντούν το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής Δήμου Αθηναίων και κάνουν μια επιλογή τραγουδιών από τον τεράστιο κατάλογο των λογοκριμένων. Η ιδέα ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια όταν ο δημοσιογράφος Δημήτρης Χαλιώτης, ασχολούμενος με την επιμέλεια μουσικών παραστάσεων, αναζητούσε κάτι διαφορετικό. Οπως λέει στην «Κ», «έτυχε να διαβάσω ένα σχετικό άρθρο κι έτσι ξεκίνησα την έρευνα. Η μία έκπληξη διαδεχόταν την άλλη, με τις περιπέτειες αγαπημένων τραγουδιών. Στους τρεις μήνες το υλικό που  συγκέντρωσα ήταν χαοτικό». Εχοντας μια μεγάλη λίστα τραγουδιών και ιστοριών, άρχισε να συνθέτει την παράσταση, την καλλιτεχνική επιμέλεια τα οποίας συνυπογράφουν με τον Κώστα Μακεδόνα, ενώ τις  ενορχηστρώσεις υπογράφει ο Αγγελος Ηλίας.

«Κινήθηκα χρονολογικά για να κατανοήσει ευκολότερα ο θεατής  την ιστορία της λογοκρισίας. Ξεκινάμε από το 1937 με το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά και τους αναγκαστικούς νόμους 445 και 446. Ενα νομοθετικό πλαίσιο προληπτικής λογοκρισίας στο θέατρο, στο τραγούδι και στο βιβλίο».

opoy-symmoria-vale-kompania0
Τα «Γράμματα από τη Γερμανία» γράφτηκαν το ’66, λογοκρίθηκαν από τη χούντα και εκδόθηκαν τελικά έπειτα από μία δεκαετία.

Οπως σημειώνει, «οι μεταξικοί νόμοι περί λογοκρισίας και στη συνέχεια οι αντίστοιχοι των κατοχικών κυβερνήσεων «αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία κινήθηκε η λογοκρισία στη μουσική –και στην τέχνη γενικότερα– για τα επόμενα 37 χρόνια, μέχρι δηλαδή την πτώση της χούντας το 1974. Ακόμα και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όμως, η λογοκρισία μπορεί να ατονεί, αλλά δεν παύει να υφίσταται. Μέχρι το 1994 που καταργείται οριστικά ασκείται είτε υπογείως με «κόψιμο» τραγουδιών από την κρατική ραδιοφωνία / τηλεόραση, είτε επισήμως με λογοκρισία συγκεκριμένων στίχων τραγουδιών σε δίσκους, που θεωρούνται βλάσφημοι ή ανήθικοι». Η «Υπεραγορά» της Λένας Πλάτωνος, από τον δίσκο «Μη μου τους κύκλους τάραττε» που κυκλοφόρησε το 1991, μια παράφραση του «Πιστεύω», ήταν το τελευταίο θύμα λογοκρισίας.

Το πρώτο «θύμα» ήταν επί Μεταξά, η «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα που τραγούδησε ο Στελλάκης Περπινιάδης, κι έγινε αμέσως αγαπητή κι ας έγραφαν οι  εφημερίδες της εποχής «Οι άδοντες ή παίζοντες εις γραμμόφωνα το εν λόγω άσμα θα παραπέμπονται εις το Πταισματοδικείον». Ο Μεταξάς, λέει ο Δ. Χαλιώτης, «αντιπαθούσε τους ρεμπέτες, τους αμανέδες, τα χασικλίδικα, την ανατολίτικη μουσική, μια και ήταν θαυμαστής της δυτικής σχολής». Η θεματολογία της «Βαρβάρας»,  που ψαρεύει κάθε βράδυ στη Γλυφάδα λαβράκια, θεωρήθηκε τολμηρή  για την εποχή, όμως πολλοί θεώρησαν ότι το τραγούδι γράφτηκε για την κόρη του Μεταξά, που ήταν νυμφομανής.

Την περίοδο της Κατοχής δεν τολμούσαν  να δισκογραφήσουν. Ο «Σαλταδόρος» του Μιχάλη Γενίτσαρη  δισκογραφήθηκε το 1980 με τα «Ρεμπέτικα της Κατοχής», έκδοση που επιμελήθηκε ο Κώστας Χατζηδουλής. Οπως και «Της κοινωνίας η διαφορά» που έγραψε το 1951 ο  Τσιτσάνης που ηχογραφήθηκε δεκαετίες μετά. Το «Κάποια μάνα αναστενάζει», που έγραψαν με τον Κώστα Βίρβο, απαγορεύθηκε γιατί θεωρήθηκε ότι  έχει αλληγορικήν σημασία. Το επίσης του Βίρβου «Καθάρισε τη θέση σου/μ’ αυτή σου την κατάσταση/πριν γίνει επανάσταση» («Θα κάνω ντου βρε πονηρή»), εμπνευσμένο από τους παπατζήδες στη Βαρβάκειο αγορά, είχε αρχικούς στίχους: «Καθάρισε τη θέση γιατί μα την Ανάσταση θα κάνω επανάσταση».

Βλέπετε, λέξεις όπως Ανάσταση, επανάσταση, ελευθερία, κοινωνία, νίκη, κατάδικος, πρέζα, καρφί, καπετάνισσα,  βουνά, Παρασκευή ήταν κόκκινο πανί για την επιτροπή έως τα χρόνια της χούντας.  Η Παρασκευή ενοχλούσε γιατί ήταν η ημέρα που κηρύχθηκε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ετσι στα «Λόγια και τα χρόνια» που έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου και μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, όταν κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός για το «Παρασκευή το βράδυ του φονιά/και του λαού την πόρτα να χτυπήσει…»,  ο ποιητής  υποστήριξε ότι εννοούσε τη Μεγάλη Παρασκευή. Στα «Μαλαματένια λόγια» του Μαρκόπουλου, ο στίχος «καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία/και να ’σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά/κι όχι να ζεις μ’ αυτή τη συμμορία», η λέξη «συμμορία» θεωρήθηκε ύποπτη και έγινε «κομπανία».

Υπήρχαν όμως και τα τραγούδια που αν και ηχογραφημένα, απαγορεύονταν να ακουστούν στο ραδιόφωνο. Ενα απ’ αυτά ήταν η «Μαύρη φορντ» του Μάνου Χατζιδάκι που απαγορεύθηκε λόγω «ανηθικότητας των στίχων»: Μέσα στη Φορντ ένα βράδυ μαγικό! / Αχ τι κακό, αχ τι κακό! / Εχασα κάτι που το είχα φυλαχτό!  Ακόμη και η «Μπέμπα» του Σουγιούλ μπήκε στον κατάλογο των απαγορευμένων εξαιτίας των πικάντικων στίχων της. Το «Πέταξε ένα πουλί»  βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Τραγουδιού  το 1963, αλλά στη δικτατορία θεωρήθηκε ότι προσβάλει το πουλί σύμβολο της χούντας. Οσο για τον Μίκη Θεοδωράκη, ήταν ο πιο λογοκριμένος συνθέτης. Οι «Λιποτάκτες» που έγραψε σε στίχους του αδελφού του Γιάννη Θεοδωράκη, απαγορεύθηκαν  από το ΕΙΡ, το 1965, με την αιτιολογία ότι ο τραγουδιστής (ο Μίκης δηλαδή) ήταν «φάλτσος». 

Η περιπέτεια που είχαν με τη λογοκρισία, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο Μάνος Λοΐζος, είναι γνωστή. Στο «Δέκα παλικάρια» ο ποιητής  έγραφε «κι όλη τη νύχτα λέγαμε τραγούδια για τη λευτεριά». Η λευτεριά έδωσε τη θέση της στη  «λεβεντιά». Και η Τουρκοπούλα στο «Να ’τανε το ’21» του Σταύρου Κουγιουμτζή και της Σώτιας Τσώτου που ηχογραφήθηκε το 1969 με τον Γιώργο Νταλάρα, με απόφαση της επιτροπής, έγινε «ομορφούλα». «Από το 1974 έως το 1981  τα πράγματα ήταν πολύ αυστηρά, ιδίως στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση» λέει ο Δ. Χαλιώτης. Τα χρόνια που ακολούθησαν προβλήματα με τη λογοκρισία είχαν μεταξύ άλλων οι Τζίμης Πανούσης,   Χάρρυ Κλυνν, Αφροδίτη Μάνου κ.ά.