ΜΟΥΣΙΚΗ

Δημοφιλείς Σονάτες Μπετόβεν από τον Κωνσταντίνο Δεστούνη

Την «Τρικυμία», τη «Βάλντσταϊν» και την «Απασιονάτα» ερμήνευσε ο Δεστούνης στην πρώτη βραδιά του αφιερώματος στον Μπετόβεν. Φωτ. Publicity

Λίγες μέρες πριν από το κλείσιμο των συναυλιακών χώρων, πραγματοποιήθηκε η πρώτη εκδήλωση ενός νέου κύκλου που διοργανώνει το Ωδείο Αθηνών και ο οποίος είναι αφιερωμένος στα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν. Ο πιανίστας Κωνσταντίνος Δεστούνης παρουσίασε τρεις από τις γνωστότερες σονάτες: τη δεύτερη του έργου 31 σε ρε ελάσσονα με την προσωνυμία «Τρικυμία», τη Σονάτα σε ντο μείζονα έργο 53 που έχει μείνει γνωστή και ως «Βάλντσταϊν» λόγω της αφιέρωσής της στον ομώνυμο κόμη κι εκείνη σε φα ελάσσονα έργο 57, την οποία ο εκδότης μιας μεταγραφής για τέσσερα χέρια ονόμασε «Απασιονάτα» έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο του Μπετόβεν.

Το πρώτο σχόλιο για τη συναυλία δεν μπορεί παρά να αφορά ακόμα μία φορά την ακουστική της αίθουσας «Αρης Γαρουφαλής» του Ωδείου, η οποία παραμένει εξαιρετικά προβληματική. Η αισθητική αναβάθμιση του χώρου υπήρξε ασφαλώς ευχάριστη, είναι όμως φανερό ότι η γεωμετρία της αίθουσας περιορίζει σημαντικά την ακουστική της βελτίωση. Στα σημεία έντασης η αντήχηση είναι μεγάλη, είτε όταν ο πιανίστας χρησιμοποιεί το πεντάλ, είτε όμως και χωρίς αυτό. Αντίστροφα, στα χαμηλόφωνα εδάφια ο ήχος είναι εξαιρετικά στεγνός. Είναι αυτονόητο ότι εκπαιδευτικά ιδρύματα που θεραπεύουν τη μουσική, οφείλουν να διαθέτουν τουλάχιστον έναν χώρο ικανό να δώσει στους μαθητές τους τη δυνατότητα να ακούσουν το αντικείμενο των σπουδών και της μετέπειτα εργασίας τους στις κατάλληλες συνθήκες.

Η υποβαθμισμένη κατάσταση των εγκαταστάσεων του Ωδείου Αθηνών, από την απουσία φωτισμού, τους αφύλακτους χώρους, τα κάθε λογής παραπήγματα στους εξωτερικούς χώρους ώς την ακουστική της συγκεκριμένης αίθουσας, σαν άλλο «γεφύρι της Αρτας» δεκαετίες τώρα, αντανακλά τη θέση που έχει η μουσική παιδεία στη χώρα μας.

Με αυτό το δεδομένο δεν είναι εύκολο να κρίνει κανείς τις ερμηνείες του Δεστούνη. Σε μιαν άλλη αίθουσα οι προτάσεις του αναμφίβολα θα είχαν καλύτερη τύχη. Στις παρούσες συνθήκες ειδικά τα ζωηρά τελευταία μέρη έμοιαζε να έχουν ανάγκη ακόμα μεγαλύτερης επεξεργασίας, προκειμένου η δεξιοτεχνική γραφή να δαμαστεί πλήρως και να μετασχηματιστεί σε έκφραση, που είναι το ζητούμενο στην περίπτωση του Μπετόβεν.
Ανάμεσα στις τρεις Σονάτες η «Απασιονάτα» ήταν επεξεργασμένη λεπτομερέστερα. Οι έντονες αντιθέσεις λειτουργούσαν, οι επί μέρους επιλογές δυναμικής βοηθούσαν την άρθρωση της μουσικής, οι τονισμοί φανέρωναν τη σκέψη του πιανίστα. Το πρώτο μέρος υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένο, καθώς ο Δεστούνης άφηνε ανάσες ανάμεσα στις φράσεις και τις παραγράφους, με αποτέλεσμα ο ακροατής να μπορεί να παρακολουθήσει τις ιδέες του συνθέτη.

Το θέμα του δεύτερου μέρους δόθηκε με εκφραστικότητα, οι παραλλαγές που ακολούθησαν φάνηκαν πιο μηχανιστικές. Στη «Βάλντσταϊν» και στην «Τρικυμία» όλα τα συστατικά ήταν παρόντα, και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό.

Είναι, ίσως, θέμα χρόνου να κατασταλάξει αυτή η μουσική μέσα στον πιανίστα και να φανεί η πιο προσωπική του ματιά, πάντα ως αποτέλεσμα της συγκίνησης που του προκαλούν αυτά τα έργα. Είναι ίσως το δυσκολότερο σε συνθέσεις τόσο δημοφιλείς, όπως οι συγκεκριμένες.