ΜΟΥΣΙΚΗ

Εμπνευσμένη Τέταρτη Μάλερ από τον Μιχάλη Οικονόμου

empneysmeni-tetarti-maler-apo-ton-michali-oikonomoy-561278359

Θύματα της πανδημίας είναι προφανώς όλα τα συμφωνικά έργα και οι όπερες, που προϋποθέτουν μεγάλες μουσικές δυνάμεις. Ετσι, έξω από τους προγραμματισμούς των μουσικών συνόλων και των οργανισμών μένει το μεγαλύτερο μέρος των έργων που γράφηκαν περίπου από τα μέσα του 19ου αιώνα έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού, συχνά και πέρα από αυτές. Μόνη λύση για να κρατηθεί «ζωντανό» το ρεπερτόριο είναι η απόδοση των έργων σε ενορχηστρώσεις, διασκευές ή μεταγραφές για μικρότερα σύνολα. Πρόσφατα το έπραξε εξαιρετικά η Εθνική Λυρική Σκηνή με τη «Μαντάμα Μπατερφλάι» του Πουτσίνι, που παίχτηκε –και μεταδόθηκε– στην ενορχήστρωση του Αργεντινού συνθέτη και αρχιμουσικού Ετορε Πανίτσα. Το έπραξε επίσης η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τον περασμένο Αύγουστο, παρουσιάζοντας στην αυλή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών την Τέταρτη Συμφωνία του Μάλερ στη μεταγραφή του Κλάους Ζίμον. Ακριβώς την ίδια εκδοχή έπαιξε στις 31 Ιανουαρίου και μετέδωσε διαδικτυακά από την αίθουσα «Σόλων Μιχαηλίδης» η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Διηύθυνε ο Μιχάλης Οικονόμου και σολίστ στο τελευταίο μέρος ήταν η υψίφωνος Ελένη Κομνή.

Η αλήθεια είναι πως ούτε στην περίπτωση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ούτε σε αυτήν της Κρατικής της Θεσσαλονίκης δόθηκε η ευκαιρία να εκτιμηθεί η δουλειά του Ζίμον. Στην Αθήνα το έργο δόθηκε σε ανοιχτό χώρο και, επιπλέον, με ελάχιστα επιτυχημένη ηλεκτρική ενίσχυση. Η συναυλία της Θεσσαλονίκης, χωρίς κοινό, κρίνεται και αυτή μέσα από το Διαδίκτυο, συνεπώς μέσα και από τις παρεμβάσεις του ηχολήπτη. Ετσι, τα λιγοστά έγχορδα ήχησαν ιδιαίτερα πλούσια, γεγονός, πάντως, που απηχεί την ποιότητα του σώματος εγχόρδων του συγκεκριμένου συνόλου. Απολύτως κρίσιμα στον Μάλερ, τα έγχορδα υπήρξαν ιδανικό εκφραστικό εργαλείο στα χέρια του Οικονόμου, ο οποίος ανέδειξε με επιτυχία τους δύο κόσμους που σκιαγραφεί ο συνθέτης, τον σκοτεινό, οδυνηρό της επίγειας ζωής και τον φωτεινό της επουράνιας, όπως περιγράφεται στο τελευταίο μέρος του έργου. Ο Αντώνης Σουσάμογλου, εξάρχων της ορχήστρας, απέδωσε πειστικά την εωσφορική μουσική που εμπιστεύεται ο συνθέτης στο πρώτο βιολί, ενώ η Ελένη Κομνή ερμήνευσε το τραγούδι καλά, παρότι η φωνή της, με ευχάριστα σκούρες αποχρώσεις, δεν διαθέτει το φωτεινό, «παιδικό» ηχόχρωμα, που ιδανικά ζητάει ο Μάλερ.

Κορύφωση της βραδιάς ήταν η ερμηνεία του αργού τρίτου μέρους, ενός εκτενούς αντάτζιο όπως μόνον ο Μάλερ ήξερε να συνθέτει. Δύο μελωδίες, μια περισσότερο τρυφερή και μια πιο μελαγχολική, αξιοποιούνται μέσα από σειρά παραλλαγών. Εκφράζουν παραίτηση και νοσταλγία, σκιαγραφώντας την κλιμακούμενη υπαρξιακή αγωνία και την αγωνία του θανάτου, όπως και την ελπίδα της λύτρωσης μέσα από το όραμα μιας «παραδείσιας ζωής», τις πύλες της οποίας «ανοίγει» τελικά ο συνθέτης με ταιριαστά επιβλητικό τρόπο. Το σχεδόν εικοσάλεπτο αυτό μέρος ήταν υποδειγματικά αρθρωμένο και επεξεργασμένο, μεταδίδοντας πλήρως το συναισθηματικό φορτίο που έχει εγγράψει ο Μάλερ στη δραματουργία της μουσικής. Η αποφόρτιση που ήρθε στο τελευταίο μέρος λειτούργησε έτσι ακόμη πιο ανακουφιστικά.