ΜΟΥΣΙΚΗ

Βιβάλντι με φαντασία και γούστο… μέχρις εξαντλήσεως

Βιβάλντι με φαντασία και γούστο… μέχρις εξαντλήσεως

Μία από τις διασημότερες συλλογές κοντσέρτων της μπαρόκ εποχής παρουσίασε στις 13 Φεβρουαρίου η Καμεράτα σε απευθείας μετάδοση από την πρώην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Τα δώδεκα έργα της συλλογής «Ο αρμονικός οίστρος» του Αντόνιο Βιβάλντι ακούστηκαν υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου με σολίστες τον Σέρτζου Ναστάζα, την Οτίλια Αλιτσέι, την Αντζυ Κάσδα και τη Ζωή Πουρή.

Για πρώτη φορά ο Βιβάλντι εμπιστευόταν εκδότη σε άλλη χώρα κι έτσι τα κοντσέρτα εκδόθηκαν το 1711 στο Αμστερνταμ από τον γαλλόφωνο Ετιέν Ροζέ. Τα δώδεκα έργα αποτελούν δείγμα της αστείρευτης έμπνευσης του Βενετσιάνου συνθέτη και οργανώνονται σε τέσσερις ομάδες των τριών, με κάθε ομάδα να περιλαμβάνει από ένα κοντσέρτο για σόλο βιολί, ένα για δύο και ένα για τέσσερα σολιστικά βιολιά. 

Η επιτυχία τους υπήρξε τέτοια, ώστε μέχρι το 1743 ο Ροζέ να προχωρήσει σε είκοσι ανατυπώσεις, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν εκδόσεις σε Λονδίνο και Παρίσι. Αρκετοί ήταν οι συνθέτες που «δανείστηκαν» μουσική από τα κοντσέρτα αυτά, ανάμεσά τους και διάσημοι δάσκαλοι όπως ο Μπαχ για μια καντάτα (BWV 21, 1714) και ο Χέντελ για το ορατόριό του «Θεοδώρα» (1750). Μάλιστα, ο Μπαχ μετέγραψε για τσέμπαλο τρία από τα κοντσέρτα για σόλο βιολί και για εκκλησιαστικό όργανο ακόμη δύο από τα κοντσέρτα για δύο βιολιά. Με άλλα λόγια, ο «Αρμονικός οίστρος» επέδρασε βαθιά στην ευρωπαϊκή μουσική ζωή και συνέβαλε με ουσιαστικό τρόπο στη διαμόρφωσή της. Προφανέστατα δεν πρόκειται για έργα που εξαντλούνται στη δεξιοτεχνία του ενός, των δύο ή των τεσσάρων σολίστ κατά περίπτωση, ούτε πρόκειται για παραλλαγές μιας και της αυτής μουσικής ιδέας. 

Σε ορισμένα από τα κοντσέρτα για δύο και για τέσσερα σολιστικά βιολιά, το τσέλο έχει αναβαθμισμένο ρόλο και μαζί με τα σολιστικά όργανα έρχεται σε διάλογο με την υπόλοιπη ορχήστρα, απηχώντας τη μορφή του κοντσέρτο γκρόσο, όπως είχε διαμορφωθεί στη Ρώμη στα τέλη του 17ου αιώνα. Η σύνθεση εμπλουτίζεται από τη συμβολή των οργάνων του αριθμημένου βάσιμου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το τσέμπαλο και η θεόρβη.
Παρ’ όλη την ποικιλία των έργων και παρότι η ερμηνεία των σολίστ και της Καμεράτας υπήρξε συναρπαστική, καθώς ανταποκρίθηκε πάνω απ’ όλα στην προϋπόθεση της φαντασίας που οφείλει να διέπει κάθε απόδοση αυτής της μουσικής, η παρουσίαση και των δώδεκα κοντσέρτων στη σειρά –συνολικά περίπου δύο ώρες καθαρής μουσικής– αγγίζει τα όρια ενός διδακτισμού, που αποτελεί πρόκληση ακόμη και για αφοσιωμένους φιλόμουσους.

Η ποιότητα των ερμηνειών ήταν εξαιρετική και αποτελεί τεκμήριο του καλλιτεχνικού επιπέδου της ορχήστρας. Και οι τέσσερις βιολονίστες που ανέλαβαν σολιστικό ρόλο έπαιξαν με απόλυτη κυριαρχία πάνω στο μουσικό υλικό, όχι απλώς αποδίδοντας σωστά τις νότες, αλλά αναδεικνύοντας την εκφραστικότητα της γραφής, που συχνά είναι εξαιρετικά διανθισμένη. Ομως εκείνο το οποίο προσδιόρισε τις ερμηνείες ήταν η απουσία ρουτίνας και στερεότυπων διατυπώσεων. Κάθε κοντσέρτο είχε τη δική του ατμόσφαιρα, κάθε μέρος τον δικό του χαρακτήρα, χάρη στην ικανότητα των μουσικών να υλοποιούν τη φαντασία τους.