ΜΟΥΣΙΚΗ

Εμπνευσμένος Μπάρενμποϊμ σε Συμφωνίες Σούμαν και Μπραμς

Εμπνευσμένος Μπάρενμποϊμ σε Συμφωνίες Σούμαν και Μπραμς

Πραγματική γιορτή της μουσικής ήταν οι τέσσερις συναυλίες της Ορχήστρας της Κρατικής Οπερας του Βερολίνου υπό τον Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ. Ενας από τους σημαντικότερους μουσικούς του 20ού αλλά και του 21ου αιώνα, ο Μπάρενμποϊμ πρωτοεμφανίστηκε στην Αθήνα το 1954 σε ηλικία 12 ετών στο θέατρο «Κεντρικόν» ως «παιδί θαύμα» του πιάνου. Εκτοτε έχει επιστρέψει αρκετές φορές, ανάμεσα στις οποίες και την Πρωτομαγιά του 2004 με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου, ως σολίστ στο Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπραμς.

Δίχως ίχνος ρουτίνας στα 78 του, ο Μπάρενμποϊμ έδωσε ερμηνείες γεμάτες σφρίγος και νέες ιδέες.

Ο Μπραμς υπήρξε και παραμένει στο κέντρο του ρεπερτορίου του. Το επιβεβαίωσε στις 27, 29, 30 και 31 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου ερμήνευσε τις τέσσερις Συμφωνίες του συνθέτη, συνδυάζοντάς τες με τις τέσσερις Συμφωνίες του Ρόμπερτ Σούμαν, την Πρώτη του ενός με την Πρώτη του άλλου και ούτω καθ’ εξής. Το όλο εγχείρημα θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει σχολαστικό, αν δεν υπήρχαν δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά: η εντυπωσιακή απουσία κάθε είδους ρουτίνας από μέρους του αρχιμουσικού, στοιχείο ιδιαίτερα αξιοσημείωτο έπειτα από εβδομήντα χρόνια σταδιοδρομίας και έπειτα από τόσες φορές που έχει διευθύνει τα συγκεκριμένα έργα, αλλά και ο εξαιρετικός ήχος της ορχήστρας, η οποία στη Αθήνα εμφανίστηκε μάλιστα με διπλή σύνθεση και διαφορετικούς κορυφαίους κατά τις διαδοχικές βραδιές.

Ως προς το πρώτο, ήταν αξιοθαύμαστη η φαντασία και η πρωτοτυπία του Μπάρενμποϊμ, οι ιδέες του για επί μέρους στοιχεία, που όμως συνεισέφεραν αποφασιστικά στην εκφραστικότητα του αποτελέσματος, όπως, ενδεικτικά μόνο, η πλαστικότητα με την οποία απέδωσε τη σύντομη παράγραφο με τους νυκτούς φθόγγους στο τέταρτο μέρος της Πρώτης του Μπραμς, προσθέτοντας δύναμη στο αποτέλεσμα. Ή ο τρόπος με τον οποίο κράτησε χαμηλόφωνο αλλά γεμάτο τον ήχο της ορχήστρας στο τελευταίο μέρος της Δεύτερης του Σούμαν, δίνοντας πρόσθετη ορμή στο τελικό ξέσπασμα του έργου. Ή, ακόμα, η ανάδειξη των κοντραμπάσων στο πρώτο μέρος της Τρίτης του Μπραμς, με αποτέλεσμα την υπογράμμιση της υποβόσκουσας έντασης. Σε όλες τις περιπτώσεις ζητούμενο δεν ήταν εντυπωσιακά θεατρικά εφέ τεχνικής, αλλά η σαφέστερη νοηματοδότηση των έργων από έναν άνθρωπο που αντιλαμβάνεται το θέμα τους. Ωστε να μπορέσει ο ακροατής να παρακολουθήσει με αμεσότητα τον ειρμό της μουσικής και ταυτόχρονα να γίνει κοινωνός ενός ολόκληρου πολιτισμού, ο οποίος εκφράζεται με έναν τρόπο στον Σούμαν και με διαφορετικό στον Μπραμς, αλλά παραμένει ο ίδιος. Πιο περιπετειώδης, απρόβλεπτος και εφευρετικός στη γραφή του πρώτου, πιο ξεκάθαρος και «κλασικός» στον δεύτερο, προβάλλει με όμοια δύναμη τα στοιχεία που κατά τον 19ο αιώνα είχε ανάγκη το γερμανικό έθνος για την αποκρυστάλλωση της ταυτότητάς του.

Ως προς τον ήχο, στα σχεδόν τριάντα χρόνια που ηγείται της συγκεκριμένης ορχήστρας, ο Μπάρενμποϊμ τη μετασχημάτισε σε ένα αρκετά νεανικό σύνολο που στηρίζεται εμφανώς στην καλλιέργεια ενός εκάστου μουσικού, με ένα σώμα εγχόρδων χωρίς αιχμές ακόμα και στα πιο ορμητικά ξεσπάσματα. Η (ελκυστική) ποιότητα συνιστά τον μόνο τρόπο για ένα εξασφαλίσει κανείς τη μακροβιότητα της κλασικής μουσικής.