Δύο σπάνια ελληνικά λυρικά κομψοτεχνήματα

Δύο σπάνια ελληνικά λυρικά κομψοτεχνήματα

3' 55" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Για δωδέκατη χρονιά πραγματοποιήθηκαν οι «Ελληνικές μουσικές γιορτές», προβάλλοντας με συνέπεια συνθέσεις Ελλήνων δημιουργών και φέρνοντας στο προσκήνιο έργα ξεχασμένα. Οι οκτώ συναυλίες απλώθηκαν σε αρκετές εβδομάδες από τις 21 Απριλίου έως τις 12 Ιουνίου, οπότε ολοκληρώθηκαν με τριήμερο μουσικολογικό συμπόσιο αφιερωμένο στο θέμα «Ελλάδα και όπερα».

Ανάμεσα στις εκδηλώσεις ξεχώρισε η παρουσίαση δύο ιστορικών λυρικών έργων σε συναυλιακή μορφή. Το μονόπρακτο «μουσικό παραμύθι» «Νύχτα του Αϊ-Γιαννιού» του Δημητρίου Λιάλιου παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση και η οπερέτα «Η πριγκίπισσα της Σασσώνος» του Σπυρίδωνος Φιλίσκου Σαμάρα ξανακούστηκε ύστερα από εξήντα χρόνια. Μία ακόμη παγκόσμια πρώτη, της όπερας «Μαριάνθη» («Fior di Maria») του Παύλου Καρρέρ, ακυρώθηκε.

Γερμανική ρομαντική όπερα

Το «μουσικό παραμύθι» που αναφέρεται ότι συνέθεσε ο Λιάλιος ως φοιτητής στο Μόναχο κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα φέρει πολλά από τα χαρακτηριστικά της γερμανικής ρομαντικής όπερας. Ο τίτλος «Νύχτα του Αϊ-Γιαννιού» προϊδεάζει σχετικά, καθώς αναφέρεται σε θέμα αγαπητό σε γερμανικές όπερες, από τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης» του Βάγκνερ, οι οποίοι προηγούνται, ώς τις «Φωτιές του Αϊ-Γιαννιού» («Feuersnot») του Ρ. Στράους, που έπονται. Παράλληλα, όπερες με νεράιδες και πνεύματα της λίμνης βρίθουν σε έργα συνθετών όπως ο Λόρτσινγκ, ο Χόφμαν και ο Βάγκνερ, αρκετά από τα οποία σήμερα έχουν ξεχαστεί. Το (γερμανικό) ποιητικό κείμενο της όπερας του Λιάλιου, γραμμένο από τον Γκούσταφ Σβαμπενμάγερ, μιλάει για τον έρωτα της Γκέρτρουντ με τον Κουρτ, τον οποίο οι νεράιδες της λίμνης σώζουν από τη ζήλεια του κακού Χούνουλφ. Η συνεχής μουσική ροή και η ενδιαφέρουσα ενορχήστρωση κινούνται στην ίδια μεταβαγκνερική λογική των πρώτων λυρικών έργων του Ρ. Στράους, όπως ο «Γκούντραμ».

Στις 16 Μαΐου στο Παλλάς, ο Βύρων Φιδετζής με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων και τις χορωδίες του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών (διδασκαλία: Νίκος Μαλιάρας) όπως επίσης του Δήμου Αθηναίων (διδασκαλία: Σταύρος Μπερής) ανέδειξαν τα πολυτελή ηχοχρώματα λυκόφωτος της μουσικής του Λιάλιου. Από τη διανομή ξεχώρισαν η υψίφωνος Σοφία Κυανίδου (Γκέρτρουντ) και ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς (Πνεύμα της λίμνης), οι οποίοι υποστήριξαν με επιτυχία το μελωδικά γενναιόδωρο έργο. Διακρίθηκαν επίσης οι τρεις «νεράιδες» Νίνα Κουφοχρήστου (υψίφωνος), Σταματία Μολλούδη (μεσόφωνος) και Χρυσάνθη Σπιτάδη (κοντράλτο) για τις ωραίες φωνές και το μελετημένο τραγούδι τους.

Τελευταία φορά που είχε ακουστεί στην Αθήνα η «Πριγκίπισσα της Σασσώνος» του Σαμάρα ήταν το καλοκαίρι του 1957 στο θέατρο Παρκ της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Είχε παρουσιαστεί από την Εθνική Λυρική Σκηνή υπό τη διεύθυνση του Τότη Καραλίβανου σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη με διανομή που περιλάμβανε την Ανθή Ζαχαράτου ως Ντόλυ και τους Γιώργο Κοκολιό και Μιχάλη Κορώνη εναλλάξ στον ρόλο του Καπετάν Βάγγου. Στις 27 Μαΐου στο Παλλάς, ο Ανδρέας Τσελίκας με τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων παρουσίασαν το έργο σε συναυλιακή μορφή. Για τον σκοπό αυτό το μουσικό κείμενο αποκαταστάθηκε από τον μουσικολόγο Γιάννη Τσελίκα και το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής, ενώ τη δραματουργική επεξεργασία ανέλαβε ο σκηνοθέτης και θεατρολόγος Αλέξανδρος Ευκλείδης. Της πολυπληθούς διανομής ηγήθηκαν οι Σοφία Κυανίδου (Ντόλυ), Βαγγέλης Χατζησίμος (Βάγγος), Λητώ Μεσσήνη (Μπέτυ), Χάρης Ανδριανός (Πέτρος) και Δημήτρης Πακσόγλου.

Με το βλέμμα στον Λέχαρ

Εμπειρος και κοσμοπολίτης, μετά την οριστική εγκατάστασή του στην Αθήνα, το 1911, ο Σαμάρας προσέφερε στο κοινό της πρωτεύουσας τρεις οπερέτες που αντλούν εξίσου από τα γαλλικά και τα βιεννέζικα πρότυπα. Στο συγκεκριμένο έργο οι αναλογίες με την «Εύθυμη χήρα» (1905) είναι προφανείς. Οπως η διάσημη οπερέτα του Λέχαρ, έτσι και η «Πριγκίπισσα της Σασσώνος» (1915) επικεντρώνεται σε μια ερωτική ιστορία, η οποία τοποθετείται σε «πολιτικό» πλαίσιο, το οποίο διακωμωδεί τους πολιτικούς και, συμπτωματικά, εκτυλίσσεται σε γειτονικές περιοχές: στο υποθετικό Ποντεβέντρο, αναφορά στο Μοντενέγκρο/Μαυροβούνιο στον Λέχαρ, και στη νήσο Σάσσωνα που σήμερα ανήκει στην Αλβανία, στην περίπτωση του Σαμάρα. Και όπως στις οπερέτες της πολυεθνικής Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας από την εποχή του Στράους έως αυτή του Λέχαρ, έτσι και στην «Πριγκίπισσα της Σασσώνος» σημαντικό μέρος της γοητείας του έργου οφείλεται στη σύντηξη διεθνών «δυτικών» χορών, όπως το βαλς, με «παραδοσιακούς» σκοπούς, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα Βαλκάνια.

Στο τρίπρακτο έργο του Σαμάρα, οι μελωδίες και οι χορευτικοί ρυθμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα από άριες, ντουέτα και σύνολα που εμπλέκουν έως και επτά φωνές. Οπως και στην «Εύθυμη χήρα» έτσι και στην «Πριγκίπισσα της Σασσώνος» υπάρχουν δύο βασικά ζευγάρια, ένα λυρικό (Ντόλυ – Βάγγος) κι ένα κωμικό (Μπέτυ – Πέτρος). Τη θέση της ζάπλουτης χήρας, που με την περιουσία της σώζει το Ποντεβέντρο, παίρνει η εξίσου εύπορη πριγκίπισσα, η οποία αγοράζει ολόκληρη τη νήσο Σάσσωνα. Ωστόσο, ο Σαμάρας και οι λιμπρετίστες του Νικόλαος Ι. Λάσκαρης και Πολύβιος Δημητρακόπουλος αναπτύσσουν με μαεστρία και τους υπόλοιπους υποστηρικτικούς ρόλους, δίνοντας σε όλους την ευκαιρία μουσικά να φανούν και δραματουργικά να σχηματίσουν την προσωπικότητά τους.

Πρωτεύουσα σημασία είχε, φυσικά, το γεγονός ότι το ευχάριστο έργο ξανακούστηκε έπειτα από αρκετές δεκαετίες. Στα χέρια ικανού σκηνοθέτη, η ελληνική «χήρα» ίσως αποκτήσει τη δεύτερη ευκαιρία που της αξίζει.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT