ΘΕΑΤΡΟ

Φαντάσματα στην αθηναϊκή μπελ επόκ

fantasmata-stin-athinaiki-mpel-epok-2305095

Οταν πια η παράσταση ολοκληρώθηκε, και οι λυρικοί τραγουδιστές έμειναν για μια στιγμή ακίνητοι πριν ανάψουν τα φώτα για το χειροκρότημα, όλα τα σύμβολα που με τέχνη έβαλε ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος στην «Κερένια κούκλα» του είχαν χαθεί: ο θερμός ήλιος της όμορφης Λιόλιας, η χλωμή σελήνη της Βεργινίας, ο σγουρομάλλης έρωτας-Αδωνις του Νίκου. Η αμυγδαλιά της αυλής είχε «καεί» σαν σώμα που άνθισε άκαιρα. Η φύση σιώπησε και οι αισθήσεις έπαψαν να γλυκαίνουν τη ζωή. Τα πάντα καλύφθηκαν με στάχτη, έγραφε ο συγγραφέας στο «αθηναίικο μυθιστόρημά» του που προκάλεσε τα λογοτεχνικά και κοινωνικά ήθη της εποχής του.

Στο σημείο αυτό το κοινό χειροκροτεί ευχαριστημένο και αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα μπορεί, εκτός όλων των άλλων που μέχρι τώρα έχει καταφέρει, να μεταμορφωθεί επιτυχημένα σε σύγχρονη όπερα δύο πράξεων. Αλλωστε, όπως λέει ο Τάσος Ρωσόπουλος, συνθέτης της παράστασης που παρουσιάζεται αυτό τον καιρό στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, «το έργο περιέχει όλο τον λυρισμό και την υπερβολή που χρειάζεται το μουσικό θέατρο». Αν σε αυτά προστεθούν η ποιητικότητα της λογοτεχνικής έκφρασης, η ζοφερή ατμόσφαιρα των «καταραμένων» συγγραφέων του τέλους του 19ου αι. και η λαϊκή γλώσσα που φέρνει ένα τολμηρό ειδύλλιο από τους ανθισμένους κάμπους της τότε Καλλιθέας στα αστικά σαλόνια του αρχών του 20ού αιώνα, η γοητεία που συνεχίζει να ασκεί η «Κερένια κούκλα» εξηγείται απόλυτα. Ο Χρηστομάνος, ο ευγενής γόνος μιας καλής αθηναϊκής οικογένειας, ο δύσμορφος νέος που υπήρξε θύμα προσβολών, ο λαμπρός φοιτητής που έγινε δάσκαλος ελληνικών και φίλος μιας καλλονής αυτοκράτειρας, της Αυστριακής Σίσι, ο διανοούμενος που εκθείασε τις ευφρόσυνες συνευρέσεις, ο ενθουσιώδης θεατράνθρωπος, ο μοναχικός συγγραφέας που πέθανε πρώιμα και πικραμένος, θα ήταν σίγουρα πανευτυχής. Το μοναδικό του μυθιστόρημα, που πρωτοδημοσιεύθηκε σε εφημερίδα προκαλώντας σκάνδαλο με τη γλώσσα του –μια θαρραλέα καθομιλουμένη του δρόμου– και τον αισθησιασμό του (εκδόθηκε εντέλει το 1911, μετά τον θάνατό του), έχει γίνει πλέον καλτ. Οι αναγνώστες του ανανεώνονται συνεχώς, το ίδιο και οι εκδόσεις του, οι επιστημονικές μελέτες, αλλά και η θεατρική του καριέρα.

«Το βιβλίο έπεφτε διαρκώς στα χέρια μου. Την πρώτη φορά στα δεκαπέντε χρόνια. Τη δεύτερη στα τριάντα και την τρίτη στα σαράντα, όταν πλέον προέκυψε η ιδέα της όπερας», λέει ο Τάσος Ρωσόπουλος.

Σαν αρχαίο δράμα

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος αφηγείται ένα κοινότοπο αστικό δράμα ταπεινών και καταφρονεμένων, σαν να ήταν οι τραγικοί ήρωες ενός αρχαίου δράματος: καθένας έχει το δίκιο με το μέρος του, κανένας δεν έκανε κάτι για το οποίο πρέπει να πληρώσει ή να τιμωρηθεί. Η μοίρα όμως εκτελεί τα προγραμμένα. Στο συγκεκριμένο έργο βασίστηκα πολύ στον λόγο, και από εκεί προέκυψε η μουσική. Η ποιητικότητα του συγγραφέα –στο έργο οι λογοτεχνικές παρεμβάσεις του γίνονται ρόλος– αποτυπώνεται μουσικά με λυρική γραφή, ενώ η θαρραλέα δημοτική που μιλούν οι χαρακτήρες αποδίδεται με μουσική γλώσσα πιο τραχιά και αιχμηρή. Το έργο φιλοδοξεί να είναι ρεαλιστικό και συμβολιστικό, βαθύ και ανάλαφρο, συνδυασμοί σαν την εναλλαγή ζωής και θανάτου». Αν όμως για τη μουσική σύνθεση υπήρξε ένας δρόμος εξαρχής, η δημιουργία του λιμπρέτου δεν ήταν εύκολη υπόθεση. «Η “Κερένια κούκλα” διαθέτει ιδιαίτερο χαρακτήρα, που προβάλλει ισχυρές αντιστάσεις κατά τη μετατροπή της σε λιμπρέτο», λέει ο Γιάννης Σβώλος, ο οποίος πριν από μερικά χρόνια διασκεύασε σε λιμπρέτο τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη για την ομώνυμη όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη. «Διάβασα το βιβλίο πριν από δύο χρόνια. Στην αρχή με ξένισε, με αγρίεψε, αλλά εντέλει ενέδωσα. Μπήκα μέσα και μετά, χωρίς να το καταλάβω, είχα ξεκινήσει τη διαδικασία της μεταγραφής». 

Η σκοτεινή γοητεία που ασκεί ο Χρηστομάνος δεν άφησε ανεπηρέαστο ούτε τον σκηνοθέτη Σίμο Κακάλα, που έστησε μια παράσταση στην οποία οι γκόθικ αναφορές αναμειγνύονται με το αττικό τοπίο, η αθηναϊκή μπελ επόκ με τις βικτωριανές ιστορίες φαντασμάτων. Σκηνοθετικά και δραματουργικά ο συγγραφέας κατέχει σημαντική θέση: ο λόγος του κρατιέται αυτούσιος, η απαισιοδοξία του ισορροπεί στην κόψη με τον ερωτισμό, ο λογοτεχνικός αισθητισμός του συναντά στις ταβέρνες τη χαρά της ζωής και μαζί τη μοχθηρία των ανθρώπων. Ετσι η αόρατη παρουσία του στο μυθιστόρημα «“εμφυτεύτηκε” στην όπερα καταλαμβάνοντας τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ φυσικής δράσης και θεατών», λέει ο Γιάννης Σβώλος. «Σαν ο ίδιος να σκηνοθέτησε όλα αυτά για να γίνει εντέλει πρωταγωνιστής».
 
«Η κερένια κούκλα» ανεβαίνει σε μουσική διεύθυνση Νίκου Βασιλείου και σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα. Συμμετέχει το Ergon Ensemble. Παρουσιάζεται σήμερα και στις 21, 22, 23/3 στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.