ΘΕΑΤΡΟ

Tρίτο «κουδούνι» για μια σπουδαία παράσταση

gkkt_13_1512_page_1_image_0003

Πράγματα που μας φαίνονται αυτονόητα σήμερα, όπως το να γράφουν οι γυναίκες λογοτεχνία, στις αρχές του 20ού αι. ήταν ακόμη ζητήματα προς διερεύνηση και διεκδίκηση. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις γυναικών συγγραφέων του 17ου, του 18ου και του 19ου αι. (στη Γαλλία και στην Αγγλία κατά κύριο λόγο) επιβεβαιώνουν τον χρονικά μακρύ αποκλεισμό του «αδύναμου» φύλου από μία ασχολία που εθεωρείτο ξένη και  αταίριαστη προς τη φύση τους. Το βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ενα δικό σου δωμάτιο» («A room of one’s own», 1929, βασισμένο σε δύο διαλέξεις που έδωσε η σπουδαία συγγραφέας σε ισάριθμα γυναικεία κολέγια του Κέμπριτζ το 1928, στα ελληνικά από τις εκδ. Οδυσσέας, 1980) καταθέτει πολλά για τον προσβλητικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν όποια γυναίκα θέλησε να ξεφύγει από τον μόνο αποδεκτό «ρόλο», της μητέρας και συζύγου.

«Για να γράψει μια γυναίκα πρέπει να έχει χρήματα κι ένα δικό της δωμάτιο», υποστηρίζει η Γουλφ ήδη στη δεύτερη σελίδα αυτού του θαυμάσιου δοκιμίου για το «μεγάλο πρόβλημα της αληθινής φύσης της γυναίκας και της αληθινής φύσης της πεζογραφίας». Δεν μειώνω τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισαν τον 19ο αι. οι πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν το δικαίωμά τους να ακουστούν, να εκφραστούν, να ζήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, αλλά θαυμάζω τις τολμηρές, παθιασμένες, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες γυναίκες που στις αρχές 20ού αι., και στον Μεσοπόλεμο, άνοιγαν δρόμους ακόμη σκοτεινούς και ανεξερεύνητους ως προς την αυτοδιάθεση των γυναικών, συμμετέχοντας ενεργά στο φλέγον πνευματικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον των πρωτοπόρων του μοντερνισμού. Οπωσδήποτε δεν είναι τυχαίο ότι τουλάχιστον τρεις γυναίκες που έγραψαν και ξεχώρισαν εκείνη την εποχή είχαν ομοφυλόφιλες σχέσεις (Βιρτζίνια Γουλφ) ή ήταν λεσβίες (και Αμερικανίδες που έζησαν στην ελευθέρια δυτική Ευρώπη) όπως η Γερτρούδη Στάιν (1877-1946). Ή η Τζούνα Μπαρνς (1892-1982), της οποίας το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Νightwood», καρπός του σπαρακτικού έρωτά της για τη Θέλμα Γουντ, εκδόθηκε στην Αγγλία το 1936 και τον επόμενο χρόνο στην Αμερική, με εισαγωγή του Τ. Σ. Ελιοτ.

(Παρεμπιπτόντως, μια νέα μετάφρασή του από την Αργυρώ Μάντογλου και τις εκδόσεις Gutenberg, με τίτλο «Νυχτόδασος», μόλις κυκλοφόρησε.)

Στη Γερτρούδη Στάιν θέλω να καταλήξω, η οποία όταν πρωτοσυνάντησε την Τζούνα Μπαρνς, τόσο όμορφη και κομψή ώστε να ξεχωρίζει στις παρέες των αβάντ-γκαρντ λογοτεχνών και ζωγράφων του Παρισιού, αλλά και της λεσβιακής κοινότητας της Αριστερής Οχθης, σχολίασε –καθώς λέγεται– τις «όμορφες γάμπες» της. Σε αυτήν την ιδιοφυή Αμερικανοεβραία, που, πρώτη, τόλμησε να ωθήσει τη γραφή στα άκρα, αδιαφορώντας για την αδυναμία του κοινού να προσλάβει τους γλωσσικούς πειραματισμούς της και η οποία, επίσης πρώτη, επέβαλε ως απολύτως φυσική τη σχέση της με την Αλις Τόκλας, με την οποία έζησαν μαζί για σχεδόν 40 χρόνια. Αλλά η Γερτρούδη Στάιν είχε και χρήματα και δικό της δωμάτιο. Και όταν το 1933 κυκλοφόρησε την «Αυτοβιογραφία της Αλις Τόκλας», η αναγνώριση της αξίας της υπήρξε άμεση και το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Οχι μόνο γιατί η ισχύουσα συνθήκη ήταν ήδη πολύ πιο ευνοϊκή, αλλά και γιατί η ίδια άφησε στην άκρη τις επαναλαμβανόμενες λεκτικές παραλλαγές, τις προκλητικές ταυτολογίες, τις «παιδικές» προτάσεις που συνήθιζε στα προηγούμενα κείμενά της, και αφηγήθηκε, πάντα με σπινθηροβόλο πνεύμα αλλά πιο συμβατικά, τη ζωή με τη σύντροφό της, επεισόδια με σημαντικούς συγγραφείς, καλλιτέχνες, συλλέκτες και φιλότεχνες που ανήκαν στον κύκλο των συναναστροφών της, έναν κόσμο που έσφυζε από καινούργιες ιδέες και που σύντομα θα κυριαρχούσε στη δυτική πολιτιστική/καλλιτεχνική κουλτούρα και αγορά.

Σε στοιχεία από την «Αυτοβιογραφία της Αλις Τόκλας» που έγραψε η Στάιν «εκ μέρους» της συντρόφου της, βασίστηκε το θεατρικό του Γουίν Γουέλς «Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της» (1982) που παρουσιάζεται στο θέατρο Αλμα. Αυτό το καλογραμμένο δραματικό ντουέτο είχαν ερμηνεύσει για πρώτη φορά η Λυδία Φωτοπούλου και Μαρία Κατσιαδάκη σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη στο Αμόρε το 1993, και ξανά το 2004-05. Τώρα, στην τρίτη συνάντησή τους, επιβεβαιώνεται η εξαιρετική επικοινωνία που έχουν επί σκηνής οι δύο ηθοποιοί, εμπλουτισμένη πια με την ωριμότητα της ήδη μεγάλης διαδρομής τους σε έργα και ρόλους. Η Λυδία Φωτοπούλου απέδωσε την Αλις Τόκλας με τον δικό της τρόπο, χαριτωμένη και ελκυστική όσο δεν ήταν (σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες) η αθόρυβη γυναίκα που βρίσκονταν πίσω από κάθε δραστηριότητα της πληθωρικής Στάιν. Η Μαρία Κατσιαδάκη, πάλι, κατάφερε όχι μόνο να μοιάζει με το πορτρέτο της Στάιν που φιλοτέχνησε ο Πικάσο, αλλά να είναι πολύ κοντά σε ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτήν από τις μαρτυρίες φίλων της.

Εννοείται ότι ποιος μοιάζει με τι σε περιπτώσεις δραματοποιημένων «βιογραφιών» λίγο ενδιαφέρει. Αυτό που βαραίνει είναι η ευελιξία με την οποία κινούνται στην ανοιχτή ως προς τον χρόνο δραματουργία (η πρώτη εμφάνιση της Γερτρούδης στη σκηνή είναι αμέσως μετά τον θάνατό της), μετακινούμενες διαρκώς από το ένα χρονικό/χωρικό σημείο στο άλλο (σκηνές από την κοινή ζωή τους, με συχνές αναφορές στον Πικάσο και στον Χέμινγουεϊ, επεισόδια από τον καιρό του πολέμου, τα δύσκολα τελευταία χρόνια της Τόκλας μετά τον θάνατο της Στάιν, όταν οι συγγενείς της ιδιοποιήθηκαν πολλά έργα τέχνης που η Στάιν είχε αφήσει με τη διαθήκη της στη σύντροφό της). Φάσματα κι οι δυο, αγέραστα και γοητευτικά, που ζωντανεύουν σαν απόδειξη αυτού είχε γράψει η Στάιν: «Ο θάνατος είναι θάνατος. Και είναι. Αλλά δεν είναι το τέλος». Στο θέατρο, σίγουρα. Τυχεροί όσοι αναγεννιούνται κάθε τόσο με νέο πρόσωπο (οι ηθοποιοί), τυχεροί κι εμείς που αντλούμε ζωή από την ανεξάντλητη (σκηνική) ζωή τους. Πόσο μάλλον όταν μας αποσπούν από τον χυλό της πληροφορίας των νέων μέσων και μας δίνουν αφορμές να ανοίξουμε υπέροχα βιβλία.