ΘΕΑΤΡΟ

Ζούμε την αντίδραση στον φορμαλισμό

gkat_15_2802_page_1_image_0001

Οι μέρες είναι τέτοιες που κάνουν τις συνεντεύξεις να ξεκινούν διαφορετικά από το συνηθισμένο. «Ναι, είμαστε έτοιμοι εάν χρειαστεί να κλείσουμε το θέατρο, αν ληφθούν τέτοια μέτρα, αλλά ελπίζω να μη φτάσουμε εκεί», απαντά η Ελένη Σκότη με αφορμή την εμφάνιση του κορωνοϊού και στην Ελλάδα.

Μέχρι τότε, όμως, «Η Βασίλισσα της ομορφιάς» του Αγγλοϊρλανδού Μάρτιν Μακ Ντόνα  που σκηνοθετεί η συνιδρύτρια της ομάδας Νάμα στο θέατρο Επί Κολωνώ, σημειώνει απανωτά sold out. Πρόκειται για ένα έργο που αποτυπώνει τη φθοροποιό σχέση μεταξύ μιας αυταρχικής ηλικιωμένης γυναίκας και της μοναχικής κόρης της σε ένα απομονωμένο χωριό. Οι άνδρες της οικογένειας έχουν φύγει από το μικρό επαρχιακό μέρος για να κυνηγήσουν την τύχη τους, αφήνοντας πίσω τις δύο γυναίκες να φροντίζουν η μία την άλλη σε μια αλληλοσπαρασσόμενη συμβίωση. Το έργο που χάρισε στον πολυβραβευμένο δημιουργό του την πρώτη του υποψηφιότητα για βραβείο Τόνι έκανε πρεμιέρα το 1996, σε μια εποχή κατά την οποία στη Βρετανία μεσουρανούσε το καλλιτεχνικό παρακλάδι του ρεαλισμού, που πήρε την αργκό ονομασία «in-yer-face» (in-your-face) για να περιγράψει έργα σκληρά, με αυξημένες δόσεις έντασης και βίας. Ωστόσο, το έργο του Μακ Ντόνα είναι κάπως διαφορετικό.

«Ο συγγραφέας εστιάζει στην ενδοοικογενειακή, ψυχολογική βία, τη λεκτική· χτυπάει η μία την άλλη με τις λέξεις. Είναι μια οδυνηρή ιστορία αλλά το σπουδαίο στο έργο είναι το σκληρό, καυστικό, χιούμορ που διατρέχει όλη την παράσταση. Αυτό μας βοηθάει να υποφέρουμε όλη αυτή τη βιαιότητα που τελικά από κάτω κρύβει μια μεγάλη μοναξιά και έναν μεγάλο πόνο», σημειώνει η κ. Σκότη.

Αυτό που κάνει το έργο ενδιαφέρον και διαχρονικό είναι η έμφαση στο ψυχολογικό υπόβαθρο των ανθρώπινων σχέσεων αλλά και στο γεγονός ότι η συνθήκη που παρουσιάζει μπορεί κάλλιστα να μεταφερθεί σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, όπως το ελληνικό. «Οι άνδρες που φεύγουν μου θύμισαν τους νέους που φεύγουν από την Ελλάδα αναζητώντας κάτι καλύτερο και για πολλούς που έμειναν πίσω δημιουργούνται σχέσεις εξάρτησης και ανάγκης. Το χωριό όπου διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου θα μπορούσε να είναι στην ελληνική επαρχία», σημειώνει η σκηνοθέτρια.

Γεννημένη στον Λίβανο, με πατέρα διπλωμάτη, η Ελενα Σκότη άλλαξε πολλές φορές τόπο διαμονής μέχρι να καταλήξει στην Αμερική όπου σπούδασε θέατρο και σκηνοθεσία και εργάστηκε ως ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτη. Με τα χρόνια όμως η ζυγαριά άρχισε να γέρνει προς τον τόπο καταγωγής της και μετά τη γέννηση της κόρης αποφάσισε να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα. «Κατάλαβα ότι είναι πολύ καλύτερα για εμένα εδώ, ειδικά τα τελευταία 15 χρόνια τα πράγματα στην Αμερική γίνονται όλο και χειρότερα».

Στα μαθήματα υποκριτικής που διδάσκει συγκεντρώνονται διάφοροι εραστές του θεάτρου, από ταξιτζήδες και μάγειροι μέχρι γιατροί και βέβαια όσοι ελπίζουν να βιοποριστούν από το επάγγελμα του ηθοποιού. Επισημαίνει ότι το ελληνικό θέατρο «ανθίζει», αλλά από την άλλη πλευρά αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένας «κορεσμός» με το πλήθος των παραστάσεων που απευθύνονται στο θεατρόφιλο κοινό.

Χαίρεται όμως που βλέπει να ξαναγεννιέται το θεατρικό ρεύμα του ρεαλισμού και στην Ελλάδα. «Περάσαμε μια φάση φορμαλιστικού θεάτρου με την αποδόμηση των έργων. Τώρα υπάρχει μια αντίδραση με τον ρεαλισμό, το ψυχολογικό θέατρο που απαντάει στα βαθύτερα αισθήματα του ηθοποιού και του θεατή», μας λέει.

Η ίδια θεωρείται «ιέρεια» του είδους, αν και τονίζει ότι δεν κάνει μόνο τέτοιες παραστάσεις. Οι «Λαντζέρηδες» για παράδειγμα, που σκηνοθετεί στο Σύγχρονο Θέατρο, είναι περισσότερο ένα υπαρξιακό και εγκεφαλικό έργο. Γνωρίζει επίσης ότι η ρεαλιστική στροφή μπορεί να κουράσει μετά ένα σημείο. «Ο ρεαλισμός έχει ουσία, θέλει να ταρακουνήσει τον θεατή, να τον κάνει να νιώσει άβολα και να φτάσει στον ωμό ρεαλισμό οργανικά, όχι για λόγους εντυπωσιασμού».