ΘΕΑΤΡΟ

Ενα κενό, γκόθικ πανδαιμόνιο

ena-keno-gkothik-pandaimonio-2041333

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ
Το ημέρωμα της στρίγγλας
σκην.: Φωτεινή Μπαξεβάνη
θέατρο: Αίθριο Κ.Π. «Ελληνικός Κόσμος»

Σε μία από πολλές διαλέξεις του ο Πίτερ Μπρουκ, επιχειρώντας να προσδιορίσει τη μοναδικότητα του Σαίξπηρ, καταλήγει στην έννοια: πολυεπίπεδη πυκνότητα. Μέρος της αποτελούν και η πρωτάκουστη χρήση της γλώσσας, επιλογές και συνδυασμοί των περίπου 20.000 λέξεων –που διέθεταν οι Ελισαβετιανοί– και μια θηριώδης, ποιητική και εικονοπλαστική δύναμη.

Οσο και αν εξελίχθηκε μεταξύ 1590 και 1613 η σαιξπηρική δραματουργία με τις μεγάλες τραγωδίες, τα ιστορικά δράματα, τιςγκρίζες κωμωδίες, ωστόσο και τα πρώτα του έργα φέρουν τη σφραγίδα αυτής της «πολυεπίπεδης πυκνότητας», των ανατρεπτικά κοινωνικοκριτικών, εικονοκλαστικών και εικονοπλαστικών εννοιών.

Μέσα στην ανάλαφρη κωμωδία «Το ημέρωμα της στρίγγλας», επηρεασμένη από κομέντια ντελ άρτε και λόγια κωμωδία, γραμμένη ως θέατρο μέσα στο θέατρο, υπάρχουν αναρίθμητα στοιχεία που οδηγούν επιπλέον στη διαπίστωση της αδιάλειπτης επικαιρότητας του Σαίξπηρ απαντώντας στο αφελές ερώτημα: «Γιατί αυτό το έργο σήμερα;».

Βέβαια, τα στοιχεία αυτά φανερώνονται σε όποιον μπορεί να τα διαβάσει κάτω από διαρκή λογοπαίγνια, παρομοιώσεις, γκαγκ και πολυεπίπεδες, μεταμορφώσεις. Ιδίως όμως κάτω από την αυτάρκεια, τη λιτότητα, τη λειτουργικότητα ενός μεγάλου, λαϊκού θεάτρου. Που δεν έχει ανάγκη από μεσάζουσες αναλύσεις, από άγαρμπα σκηνοθετικά ευρήματα και βελτιώσεις στο σαιξπηρικό κείμενο.

Η Φωτεινή Μπαξεβάνη, μη αρκούμενη στην ιδιότητα της καλής ηθοποιού, επιδίωξε μαζί με τον συνεργάτη της Γιάννη Σκαραγκά (σύλληψη, δραματουργική ανάλυση!) να επιδιορθώσει τον Σαίξπηρ. Η σκηνοθεσία της ήταν ακριβώς ό,τι δεν πρέπει να είναι Σαίξπηρ! Θα αντιτάξει κάποιος, καθένας νομιμοποιείται να μεταπλάθει κλασικούς κατά τα γούστα, τις προσλαμβάνουσες, τις ικανότητες και τη φαντασία του. Αλίμονο! Αρκεί να το δηλώνει ως δική του δημιουργία βασισμένη στο τάδε έργο και όχι να καλεί το κοινό να δει το πρωτότυπο!

Διαφορετικά, πού πήγε ο διασυρμός του κοινωνικού κατεστημένου μέσα από την αυθεντική Κατερίνα και την υπονομευτική της πορεία με αποκορύφωμα τον τελευταίο της μονόλογο, μνημείο υποκρισίας και υποκριτικής; Πού το πανίσχυρο χρήμα, που κυβερνάει τον έρωτα; Τι ανάγκη είχε ο Σαίξπηρ (η αποθέωση του Ανδρό-Γυνου και της παρενδυσίας) από λουσάτες κι επιθεωρησιακές αντιστροφές φύλων και ρόλων στο τέλος; Πού πήγε όλο το υπέροχο παιχνίδι και παίγνιο των μεταμορφώσεων, ακόμη και της ίδιας της κωμωδίας που στιγμές στιγμές αλλάζει πρόσωπο αποκαλύπτοντας (κατά τον Κώστα Γεωργουσόπουλο) «το βαθύ, δραματικό, αν όχι τραγικό, υπόγειό της»; Η μελαγχολική μουσική και τα θλιμμένα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου, δυστυχώς, δεν το αποκατέστησαν.

Ή μήπως αντικαταστάθηκαν όλα από το εμμονικό εύρημα του δαιμονισμού της Κατερίνας («γιατί μέσα από αυτό τον ρόλο μπορεί και αψηφά τους κανόνες μιας κοινωνίας», κατά τη σκηνοθέτιδα) και της ευθυγράμμισης του Πετρούκιου ως επίσης δαιμονισμένου; Ατυχώς, ακόμη και το ατυχές «εύρημα» ήταν αδούλευτο, περιορισμένο σε άθλια στερεότυπα βρυχηθμών, ανοιχτών στομάτων, ως δήθεν πύλες κολάσεως, απόκοσμους φωτισμούς, ανατριχιαστικούς ήχους, γοτθικές ατμόσφαιρες φρίκης, τρόμου, φακούς επαφής με τρελό βλέμμα, βιντεοπροβολές με αληθινούς δαιμονισμούς κι εξορκισμούς, αράχνες ταραντούλες, ταραντέλες, σκουφάκια-αράχνη και γκόθικ κοστούμια.

Μέσα σε αυτό το άσχετο πανδαιμόνιο χάθηκε όλη η φρεσκάδα, η πονηριά, η κωμικότητα του έργου με αποτέλεσμα να μην ακουστεί επί δυόμισι ώρες ίχνος γέλιου στο όμορφο αίθριο του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος».

Οι 10 ηθοποιοί της παράστασης, με δυνάμει ιδανικούς, εν πολλοίς όμως ακυρωμένους πρωταγωνιστές, την Κατερίνα Λέχου, τον Τάσο Ιορδανίδη, τη Σοφία Φαραζή (Μπιάνκα) και τον Θοδωρή Κατσαφάδο (Μπατίστα), υπάκουσαν στην ερμηνευτική γραμμή του έργου. Αλλοτε υποκριτικά συναινώντας και άλλοτε διαφωνώντας. Αυτές οι υποκριτικές «διαφωνίες» αποτελούσαν τις μόνες ρωγμές απ’ όπου έμπαινε λίγο σαιξπηρικό αεράκι.

Το χρωστάμε στους αδαιμόνιστους ρόλους των υπηρετών (όπως του Αγγελου Μπούρα και του Παναγιώτη Παναγόπουλου) ή των εραστών και περιφερειακών ρόλων (όπως του Δημήτρη Διακοσάββα).

Τελικά, η Κατερίνα του Σαίξπηρ, που κατανοεί τον μηχανισμό της υποταγής και δέχεται να τον ακολουθήσει για να τον υπονομεύσει από μέσα, ίσως να συμβολίζει την ανθεκτικότητα του ίδιου του σαιξπηρικού έργου. Που υπονομεύει κάθε κενό πανδαιμόνιο που του επιτίθεται και παραμένει αλώβητο.