ΘΕΑΤΡΟ

Μονόλογοι με μοιρασμένους ρόλους

Μονόλογοι με μοιρασμένους ρόλους

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Η Νοσταλγός
σκηνοθ.: Αννα Παπαμάρκου
θέατρο: Αλκμήνη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΛΟΥΡΑΚΗΣ
Θέλω μια χώρα
σκηνοθ.: Μαριάννα Κάλμπαρη
θέατρο: Τέχνης «Κάρολος Κουν»

Οι καλές έως έξοχες σκηνικές προσαρμογές σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη στο παρελθόν μάς έχουν καλομάθει. Κάθε νέα προσπάθεια λοιπόν αποτελεί επαυξημένη πρόκληση από κάθε άποψη. Η σκηνοθέτις Αννα Παπαμάρκου με τη «Νοσταλγό» μετακινεί το βάρος του ώριμου διηγήματος (1894) του 43χρονου πια Παπαδιαμάντη από το είδος των καταδικασμένων ερώτων του περισσότερο στην αναζήτηση της ελευθερίας με πρόσημο την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της ηρωίδας. Η νοσταλγία της καταπιεσμένης Λαλιώς για την αυτοδιάθεση, το νησί και τους δικούς της παραμερίζουν αρκετά τον υφέρποντα αν και παιγνιώδη ερωτισμό της φυγής της αλλά κυρίως το μικρό δράμα του νεαρού Μαθιού για το άπιαστο αντικείμενο του πόθου του, αναπάντεχα τόσο κοντά και τόσο μακριά του.

Μόλις 25 χρόνων η Λαλιώ και παντρεμένη με τον πρεσβύτη μπαρμπα-Μοναχάκη –επιλογή και συνομήλικο του πατέρα της– παραπονιέται στο 18χρονο γειτονόπουλό της τον Μαθιό (ανομολόγητα ερωτευμένο μαζί της) πως ο σύζυγός της, αφού την πήρε απ’ το νησί και τους δικούς της, την αφήνει μόνη σε ξένο μέρος για το καφενείο. Μια νυχτερινή βαρκάδα με τον Μαθιό καταλήγει σε φυγή προς το νησί της κι έπειτα σε καταδίωξη από τον άντρα της που την ψάχνει. Αυτοσχέδιο πανί το φόρεμά της, που οικειοθελώς βγάζει και μένει φρόνιμη και μαζεμένη με το μεσοφούστανο. Λίγο πριν πατήσει στον τόπο της, ο Μοναχάκης τής φωνάζει πρόθυμος να την πάει στο σπίτι των γονιών της κι εκείνη αποχαιρετάει τον Μαθιό λέγοντάς του πως ποτέ δεν θ’ ατίμαζε τον άντρα της.

Εχοντας στη διάθεσή της μια ώριμη πια Νοσταλγό (Αριέττα Μουτούση), η σκηνοθέτης μοίρασε τον ρόλο και τη διήγηση στα τρία: Στην 25χρονη Λαλιώ (Μαρία Λογοθέτη), στον Μαθιό (Δημήτρης Λιόλιος) που διηγούνται και δρουν στο παρελθόν και στην αναπολούσα, ώριμη Λαλιώ της Μουτούση. Στην αυτοσχέδια οθόνη-πανί της βάρκας βλέπουμε κι ένα σύντομο πέρασμα του μπαρμπα-Μοναχάκη (Θεόδωρος Κατσαφάδος).

Δεν είμαι σίγουρη αν φταίει το μοίρασμα ρόλων και αφηγητών όπως και το πήγαιν’ έλα του χρόνου για το σκόρπισμα του εγχειρήματος. Είχα την αίσθηση πως η αναπόληση της καλής ηθοποιού Αριέττας Μουτούση, παρόλο το χιούμορ της, περίσσευε στην παράσταση ή τουλάχιστον δεν έδινε τη ζητούμενη διάσταση.

Οι δύο νεότεροι ηθοποιοί βρέθηκαν πιο κοντά στους στόχους του Παπαδιαμάντη και φώτισαν πολλές από τις κρυφές και φανερές πτυχές του λεπτουργήματός του. Το χαρακτηριστικό ιδίωμα έρεε στον λόγο τους δίχως να ξενίζει και φωτιζόταν ολοζώντανο.

Μακάρι οι υπόλοιπες από τις 18 προγραμματισμένες παραστάσεις να αρκέσουν ώστε το… «αυτοσχέδιον πανίον» της δραματουργίας να φουσκώσει και η βαρκούλα της παράστασης να τρέξει.

Χώρα-σχεδία

Από τη μια η «ναυς των ονείρων» της Λαλιώς και του Μαθιού κι από την άλλη η χώρα-σχεδία με τους νεαρούς ναυαγούς, κριτές, αναζητητές μιας άλλης χώρας. Η εικαστική σύνθεση της Χριστίνας Κάλμπαρη στο εξώφυλλο του «Θέλω μια χώρα» (Κάπα Εκδοτική) αφηγείται πολύ παραστατικά το έργο του Ανδρέα Φλουράκη: Σχεδία χωρίς πανί σε θάλασσα δίχως ταυτότητα. Πάνω της, συντεταγμένοι καμιά 35αριά όρθιοι αλλά ακέφαλοι άνθρωποι στα κοστούμια των συνηθειών τους. Καπέλα στον αέρα, νηνεμία, αναμονή; Τέλος; Αρχή; Ο ορίζοντας μπορεί να δείχνει δύση αλλά μπορεί κι ανατολή.

Είδα την παράσταση στη δεύτερη εκδοχή της με 24 μαθητές της σχολής ως πολύβουο, ενίοτε δυσνόητο, αγωνιόν με τον τρόπο των νέων πλήθος, να μοιράζεται τις σύντομες φράσεις, παροτρύνσεις, φόβους, ερωτήματα-κλισέ με αμηχανία, απελπισία, απάθεια, αθωότητα, αφέλεια, κυνισμό, ελπίδα, επαναλαμβάνοντας ως αρχή ή επωδό το: «Θέλω μια χώρα». Είδα τη Ρένη Πιττακή μητρικά συγκατανευτική και μελαγχολικά κατασταλαγμένη να παρεμβαίνει απόμακρα μονολογώντας μέσα από στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη και του Οδυσσέα Ελύτη, κάτι σαν: «Ηθελα κι εγώ μια χώρα».

Εκείνο που δεν είδα στην καλοδουλεμένη ανάγνωση της Μαριάννας Κάλμπαρη είναι ένα θεατρογόνο ελιξίριο να ζωογονεί την αταυτοποίητη γραφή του έργου και να αξιοποιεί την ώσμωση των γενεών προκειμένου να φωτίσει τα συναισθήματα ή την αφασία των ημερών μας.