ΘΕΑΤΡΟ

Πατέρες και κόρες στα δύσκολα

pateres-kai-kores-sta-dyskola-2117184

ΦΛΟΡΙΑΝ ΖΕΛΕΡ
Ο μπαμπάς
σκηνοθ.: Σταμάτης Φασουλής
θέατρο: Δημήτρης Χορν

ΟΣΚΑΡΑΣ ΚΟΡΣΟΥΝΟΒΑΣ
Μιράντα
σκηνοθ.: Οσκαρας Κορσουνόβας
θέατρο: Πορεία

Οι συνταρακτικές ανιχνεύσεις του Μπρουκ στις «κοιλάδες των εκπλήξεων» του ανθρώπινου εγκεφάλου δεν αφήνουν πολλά περιθώρια σε συγγραφείς και σκηνοθέτες να ακολουθήσουν τα ίδια μονοπάτια. Ωστόσο, κάποιοι, όπως ο Φλοριάν Ζελέρ, καταπιάνονται με τις πελαγοδρομήσεις του νου σε κατάσταση άνοιας ή διαγνωσμένου Αλτσχάιμερ. «Ο μπαμπάς» είναι ένα τέτοιο έργο, που προσφέρει έδαφος στην ψυχοκοινωνική και υποκριτική διερεύνηση ιδίως για τον 80χρονο Αντρέ και για το πώς βλέπει, αισθάνεται, θυμάται, ξεχνάει, συγχέει πρόσωπα, χρόνο και χώρους που τον περιβάλλουν.

Με τη βοήθεια: ενός πολύ μελετημένα μετατοπιζόμενου σκηνικού χώρου (Μανόλης Παντελιδάκης) –απεικόνιση χωροχρονικών παιχνιδιών του συγκεχυμένου μυαλού–, φωτισμένου με τέχνη (Σάκης Μπιρμπίλης), ενός λόγου ρέοντος, αστείου, σκληρού, σπαρακτικού και συχνά ποιητικού (μετάφραση Σταμάτη Φασουλή), αλλά και μιας εύστοχης διανομής (Μαρίνα Ασλάνογλου, Κωσταντίνος Κάππας, Ελευθερία Μπενοβία, Ματίνα Νικολάου, Κίμων Κουρής), σε έξυπνη, διόλου μονοκεντρική σκηνοθεσία, ο Φασουλής-Αντρέ ενορχήστρωσε γύρω από τη φθίνουσα μνήμη του τις διάφορες εκδοχές της μοναξιάς. Της αδιέξοδης του πάσχοντος, εκείνης, της κόρης που νοιάζεται τον πατέρα αλλά και τον σύντροφό της, τη μοναξιά του συντρόφου ή και της ευσυνείδητης φροντίστριας. Πάλι θαυμάζει κανείς σκηνική ευστροφία, δύναμη, ευαισθησία, ευρηματικότητα του ηθοποιού Φασουλή, την ικανότητα του αιφνιδιασμού που απορρέει από τη σιαμαία σχεδόν σύζευξη σπαρακτικού και κωμικού, παιδισμού και γεροντοπείσματος, ήττας και απώλειας του εγώ, αγριευτικού δυναμισμού και στιγμιαίας κακότητας. Μια παράσταση τελικά καθηλωτική και διαφωτιστική του σκότους και της μοναξιάς όταν οι ασφάλειες και τα φώτα του νου αρχίζουν να καίγονται, όταν «όλα τα φύλλα» της ξεραμένης ύπαρξης αρχίζουν να πέφτουν ένα ένα.

Κερδισμένο στοίχημα

Ενιωσα τον εαυτό μου να «ζηλεύει» στιγμές στιγμές το κερδισμένο δραματουργικό στοίχημα του Λιθουανού σκηνοθέτη Κορσουνόβας πάνω στη σαιξπηρική «Τρικυμία» με τον αθώο τίτλο «Μιράντα». Επιασε το κύκνειο αριστούργημα του Σαίξπηρ, όπου σε ακατοίκητο νησί και σ’ ένα σκληρό παραμύθι για μεγάλους πλέκονται περίτεχνα τα ουσιώδη κεφάλαια: εξουσία, αδικία, συνωμοσία, εκδίκηση, ελευθερία, έρωτας, μαγεία, φύση, γνώση, θέατρο, και το περιόρισε σ’ ένα μίζερο διαμέρισμα εξόριστου διανοούμενου σε καιρό χούντας ή σοβιετικών εκτοπισμών. Εκεί, ανάμεσα σε πολλά βιβλία, συρόμενες προπολεμικές πόρτες, παράταιρα έπιπλα και φωτιστικά (Dainius Liskevicius) κοιμάται σε πολυθρόνα, σκεπασμένη με καρώ κουβέρτα, η Μιράντα, η κόρη-ψυχή του εκτοπισμένου Πρόσπερου, ενώ πάνω σε ένα έπιπλο γυναικείας τουαλέτας με τρίπτυχο καθρέφτη αλλά χωρίς κυρά… κοιμάται βουβό αλλά παρακολουθούμενο ένα τηλέφωνο, σύμβολο απομόνωσης, ανελευθερίας, λογοκρισίας και τρόμου.

Σίγουρα, η δραματουργική προσαρμογή (μετάφραση Νίκου Χατζόπουλου) απευθύνεται σε διαβασμένους σαιξπηρικά. Ομως ο υποκριτικός καταιγισμός των δύο σπουδαίων ηθοποιών απευθύνεται σε όποιον είναι ελεύθερος από θεατρικά στερεότυπα.

Ο Λαέρτης Μαλκότσης, που, εκτός από τον Πρόσπερο, έπαιξε μοναδικά τον τρυφερό, στοργικό πατέρα-φροντιστή ανάπηρης κόρης, σκιτσάρισε εύστοχα μέχρι απολαυστικά τον άγριο Κάνιμπαλ, τον Φερδινάντο, τον Γκονζάλο, τον Πλοίαρχο, τον Λοστρόμο, τους Ναύτες. Μέσα από την πολυπροσωπία της υποκριτικής του έμεινε κυρίαρχος των ιδεολογικών μηνυμάτων, αλλά και διάμεσος της ποίησης του σαιξπηρικού λόγου.

Η έξοχη Ιωάννα Παππά, ως σπαστική, ημιπληγική κόρη που ονειρεύεται πως είναι μπαλαρίνα, κόρη που ζητάει εμμονικά να της διαβάζει ο πατέρας της μόνο την «Τρικυμία», ερμήνευσε και μια εύθραυστη Μιράντα – ως ανάπηρη ψυχή του δαιμόνια οργισμένου, αδικημένου Πρόσπερου κι έναν απαράμιλλο Αριελ. Ως αναιδές, γκρινιάρικο, υπέροχα σβέλτο αερικό και δέσμιο πνεύμα του πνεύματος του Πρόσπερου, τη μια στριμωγμένη στο άνοιγμα ενός σεκρετέρ, την άλλη σκαρφαλωμένη στην οροφή της βιβλιοθήκης, με διαφορετική φωνή, κίνηση, διαφορετικό τελικά σώμα από ρόλο σε ρόλο, συγκίνησε, γοήτευσε, εκτίναξε τα σκηνοθετικά ευρήματα και την ψυχή της παράστασης.