ΘΕΑΤΡΟ

Εκατό λεπτά γέλιο με σκέψη

theatro1--3

ΦΡΑΝΣΙΣ ΒΕΜΠΕΡ
Δείπνο ηλιθίων
Σκηνοθ.: Σπύρος Παπαδόπουλος
Θέατρο: Κάππα

Λίγο πριν από τον κατακλυσμό από δεκάδες πρεμιέρες ενώ οι επαναλήψεις από πέρυσι τρέχουν ακόμη, θεώρησα πως ένα σχεδόν κλασικό γαλλικό μπουλβάρ θα ήταν ο καλύτερος ουδετεροποιητής «γεύσης» ανάμεσα σε δύο… γύρους. Επεσα έξω. Δεν ήταν μόνον αυτό. Εκτός από αβίαστο, ασταμάτητο γέλιο υπάρχει περιθώριο για στοχασμό και αναψηλάφηση ενός ευρύτερου, κοινωνικού προβλήματος.

Το «Δείπνο ηλιθίων» (Le diner de cons, 1998), του αρμενικής καταγωγής Γάλλου θεατρικού συγγραφέα, δημοσιογράφου, σεναριογράφου, σκηνοθέτη και παραγωγού του σινεμά Francis Veber (1937), είναι μετά το πασίγνωστο «Κλουβί με τις τρελές» του (1978), το πιο πολυπαιγμένο διεθνώς. Η κινηματογραφική εκδοχή του (1999) σε σκηνοθεσία του συγγραφέα, εμπορικός και καλλιτεχνικός θρίαμβος που το αμερικανικό ριμέικ («Dinner for Shmucks», 2010) δεν κατόρθωσε να επαναλάβει.

Η υπόθεση, λίγο-πολύ γνωστή: Ο Πιερ, κυνικός, υπερόπτης μεγαλοεκδότης, θεωρεί πως ό,τι του κάνει κέφι μπορεί να το αποκτά. Διασκεδάζει κάθε Τετάρτη με την παρέα του καλώντας σε δείπνο έναν άγνωστο που τον συναντούν τυχαία και τον βρίσκουν αρκετά «ηλίθιο» ώστε να σπάσουν την πλάκα της βδομάδας. Αυτήν την Τετάρτη, ο Πιερ παθαίνει ξαφνικά λουμπάγκο και δεν προλαβαίνει να ειδοποιήσει το θύμα για την αναβολή του δείπνου. Ο «ηλίθιος» Φρανσουά, υπάλληλος τοπικής εφορίας, μανιώδης κατασκευαστής μικρογραφιών μεγάλων έργων με χιλιάδες σπίρτα, περνάει από το σπίτι του Πιερ όπως είχαν συμφωνήσει και, ούτε λίγο ούτε πολύ, του ανατρέπει τη ζωή.

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος γνωρίζει το είδος. Ανήκει επίσης στους τυχερούς (από τους πολλούς) πρωταγωνιστές – σκηνοθέτες που, εκτός του να σκηνοθετεί γόνιμα άλλους, σκηνοθετεί το ίδιο γόνιμα και τον εαυτό του. Στα όρια της μανιέρας του, αλλά δίχως να επαναλαμβάνεται και δίχως να παύει να ανανεώνεται. Διαθέτει μια ματιά αληθινή, ευφυή και εύστοχη για τις ανθρώπινες αντιδράσεις, κατέχει τάιμινγκ, εντάσεις, γυρίσματα της διάθεσης, αιφνιδιασμούς, ανατροπές και γεμάτες σιωπές. Εστησε και κίνησε το έργο με επίγνωση της κάθε στιγμής αναδεικνύοντας τα λεκτικά αστεία (μετάφραση: Νικολέτα Κοτσαηλίδου), τις χειρονομίες, τα σλάπστικ, τις κωμικές κινήσεις και συμπλέγματα (κίνηση: Σοφία Σπυράτου), τους σβέλτους διαλόγους, τις διαρκείς εναλλαγές καταστάσεων, τα φαρσικά στοιχεία, μα και τις παρενθέσεις του στοχασμού και της μελαγχολίας. Ως Φρανσουά ήταν ένας αφοπλιστικά λοξός, αγαθός, συναισθηματικός γκαφατζής, προσηλωμένος στο πάθος με τις σπιρτοκατασκευές και στα στενά του ενδιαφέροντα, ανίκανος να προσηλωθεί στην καρδιά ενός προβλήματος. Απέραντα κωμικός, προκαλεί το συγχρονισμένο γέλιο του κοινού, τη συμπάθεια μα όχι τον οίκτο. Στον επίλογο του έργου, όταν ο Φρανσουά πληροφορείται τον εξευτελιστικό ρόλο που θα έπαιζε στο δείπνο, αναδύεται το πρόβλημα, ποιος τελικά είναι στη ζωή τρελός, θύμα, υποχείριο, «ηλίθιος» και πώς μπούλινγκ, καψόνια και αυθαίρετες διακρίσεις δεν γεννιούνται μόνον από αμάθεια αλλά πιο συχνά από κακοήθεια και ηλίθια υπεροψία. Η ερμηνεία του Παπαδόπουλου αγγίζει στιγμιαία χορδές τραγικότητας.

Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης με τη χαρακτηριστική κωμική του στόφα ήταν ένας αστείος, καλομαθημένος από τη ζωή βουτυρομπεμπές, διόλου αντιπαθής παρά τον κυνισμό και τις πληροφορίες για τον βίο και την πολιτεία του με γυναίκες των φίλων του. Κάτι που τόνιζε ότι και οι συμπαθείς της διπλανής πόρτας μπορεί να είναι κοινωνικά κανίβαλοι.

Ο Τάκης Παπαματθαίου ήταν, ως γιατρός, λίγο από άλλο έργο, με την εξωφρενικά ψεύτικη κόκκινη περούκα και το καρικατουρίστικο παίξιμο. Αντίθετα, ως εφοριακός με άγρυπνο μάτι, άγριες διαθέσεις για κάθε πιθανό φοροφυγά, σκωπτική στάση απέναντι σε ανθρώπινα παθήματα και ρηχή βεβαιότητα για την εξαίρεση του ίδιου από αυτά, ήταν απόλαυση. Η αεικίνητη παρουσία του δημιουργούσε διαρκές σασπένς και ήταν έξοχος ως κεραυνοβολημένος κερατάς. Στους υπόλοιπους ρόλους, καλός ο Βασίλης Ρίσβας ως μεγαλόψυχος φίλος, θυελλώδης η Αννα Μενενάκου ως «τρελή γκόμενα», αιφνιδιαστικά αποφασιστική η Ξανθή Γεωργίου ως σύζυγος του Πιερ. Τα κοστούμια ήταν του Νίκου Παναγιώτου και το σκηνικό (που χειροκροτήθηκε στην έναρξη κενό!) φωτισμένο από τον Χρήστο Τζιόγκα, ήταν της Αθανασίας Σμαραγδή.

Εκατό λεπτά γέλιο με σκέψη, λίγη μελαγχολία και διόλου χάχανο.