ΘΕΑΤΡΟ

Μνήμη και θεατρική υπόμνηση

mnimi-kai-theatriki-ypomnisi-2170850

ΦΙΛΙΩ ΧΑΪΔΕΜΕΝΟΥ
Φιλιώ Χαϊδεμένου – Ενθύμιο
διασκευή: Ανδρη Θεοδότου
σκηνοθ: Β. Ευταξόπουλος
θέατρο: Βεάκη

Σύμφωνοι, το θέμα (Μικρασία) και το είδος (διανθισμένος μονόλογος) έχουν από χρόνια εγγυημένη απήχηση στο θεατρικό κοινό. «Ο κοινός λόγος» της Ελλης Παπαδημητρίου, η «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιορδανίδου, η «Αγγέλα Παπάζογλου» του Γιώργη Παπάζογλου, το «Σμύρνη μου αγαπημένη» της Μιμής Ντενίση κ.ά είναι διαχρονικές, επαναλαμβανόμενες επιτυχίες, με εμβληματικές ερμηνείες ανάμεσά τους. Θέμα και είδος «σηκώνουν» συγκινησιακή μουσική και τραγούδια, ξεσηκώνουν μνήμες, λυγμούς, συνειρμική ταραχή για χαμένες πατρίδες, ματωμένα χώματα, προσφυγιά, σκληρά αλλά και πεισμωμένα χρόνια της νεότερης Ελλάδας. Οταν, λοιπόν, στο εγγυημένο αυτό θέμα της μικρασιατικής νοσταλγίας, μετέπειτα τραγωδίας και στη συνέχεια αναγέννησης προστεθούν σκηνικά γεγονότα όπως η επανεμφάνιση, ύστερα από χρόνια, στο ελλαδικό θέατρο μιας από τις μεγάλες ηθοποιούς μας, όπως η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, μαζί με τον ερμηνευτικό οίστρο και το μουσικό μέγεθος του Ζαχαρία Καρούνη κι ενός άξιου θιάσου, τότε είναι αναμενόμενο αυτό που συμβαίνει έπειτα από κάθε παράσταση στο θέατρο Βεάκη ώς το τέλος του Γενάρη. Ορθιο το κοινό, χειροκροτεί, πολλοί δακρύζουν, κάποιοι κλαίνε με αναφιλητά.

Η ηθοποιός και συγγραφέας Ανδρη Θεοδότου διασκεύασε για την παράσταση το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Φιλιώς Σιδερή – Χαϊδεμένου «Τρεις αιώνες, μια ζωή» με έμπνευση και μεράκι. Εβαλε πλάι στην αιωνόβια αφηγήτρια τον άλλον εαυτό της, ένα παλικάρι όπως η ίδια υπήρξε, να συνδιαλέγεται μαζί της, να της σπιρουνίζει γλυκές αναμνήσεις, πικρές αλήθειες κι εφιάλτες, να της τραγουδάει πρωτότυπα ή παραδοσιακά τραγούδια και αμανέδες. Ηχητικές επάλξεις καημών, μνήμης, παθών, απώλειας, αγώνων, ακόμη και μελωδικά παιχνιδίσματα του σκέρτσου της ακαταπόνητης Βουρλιώτισσας Φιλιώς, που, γεννημένη το 1899 με λίγες ημέρες διαφορά από την τυφλή ρεμπέτισσα της Σμύρνης Αγγέλα Παπάζογλου, πέθανε το 2007 στα 108 της χρόνια! Ρόλος γραμμένος «πάνω» στον επιστήμονα μουσικό, γνωστό τραγουδιστή, ηθοποιό και βασικό συντελεστή του εγχειρήματος Ζαχαρία Καρούνη.

Στο πίσω μέρος της λιτής σκηνής (σκηνικά – κοστούμια: Αγγελου Αγγελή) ζωντανεύουν από τον θίασο χαρούμενες και τραγικές στιγμές του παρελθόντος με κύρια πρόσωπα τη μάνα, τον πατέρα, τα αδέλφια, την ίδια τη Φιλιώ ως κοπέλα, πριν και μετά τον όλεθρο.

Η σκηνοθεσία του Βασίλη Ευταξόπουλου περιορίστηκε στη ροή αφηγήσεων και αναπαραστάσεων, σε φωτιστικές ατμόσφαιρες δίχως φιλοδοξίες απόδρασης από το ύφος συμβατικής ηθογραφίας, ιδίως στις σκηνές των γραφικών αναμνήσεων.

Τους ρόλους της καλλίφωνης ηθοποιού Χαράς Κεφαλά, υπεύθυνης και για τη μουσική διδασκαλία του θιάσου, ανέλαβε μετά την παράταση των παραστάσεων η Μαίρη Σαουσοπούλου. Η πολύτιμη αυτή ηθοποιός συνδυάζει τις αρετές μιας έξοχης καρατερίστας με τη δύναμη, την αυθεντικότητα και το μέτρο σπάνιας τραγικής λιτότητας. Στη σκηνή όπου ζητάει να ρίξει λίγο χώμα στα μάτια του σκοτωμένου άντρα της έχοντας το κεφάλι του στην αγκαλιά της αναρίγησα. Θυμήθηκα τον παιδικό ολολυγμό της Ιφιγένειάς της στο Θέατρο Καισαριανής. Το τραγούδι της, θεατρικά μεστό κι ευθύβολο, γέμισε ζωντάνια τη σκηνή.

Στους υπόλοιπους ρόλους της οικογένειας Σιδερή έδωσαν δείγματα του ταλέντου τους, ευφρόσυνου και δραματικού, ο Δημήτρης Καραβιώτης, η Εμμανουέλα Χαραλάμπους – Ενκελ και ο Γιώργος Φλωράτος.

Ο Ζαχαρίας Καρούνης, συνοδευόμενος ζωντανά από τον Πάνο Βέργο (σαντούρι) και τον Μανούσο Κλαπάκη (κρουστά), σκόρπισε με τη λαμπρή φωνή του και τη σύγκορμη αισθαντικότητα του ενθουσιασμό και συγκίνηση. Η φυσικότητα των μεταβάσεών του από τον λόγο στο τραγούδι, συχνά με μιαν ανάσα και α καπέλα, μικρό μόνο δείγμα του πάθους, της γνώσης και της τεχνικής του.

Με όλο το οπλοστάσιο ταλέντου, παιδείας, ωριμότητας, σκηνικής τόλμης, πείρας και ιδεολογικής συνέπειας να συνοψίζεται σε μια σπουδαία και ακαριαία εναλλαγή φωνής, ηχοχρωμάτων, διαθέσεων, χιούμορ, πονηριάς, αλαφράδας και τραγικότητας, η Φιλιώ της Δέσποινας Μπεμπεδέλη ήταν η σύνοψη όλου του μεγαλείου, της πτώσης και της ανύψωσης του μικρασιατικού (και όχι μόνον) ελληνισμού. Ηταν ακόμη μία ιστορική αυτοκριτική και μια έμμεση αναφορά στα εκατομμύρια των προσφύγων σήμερα, στις αμέτρητες σαν τη Φιλιώ κοπέλες, γυναίκες, ηλικιωμένες που δεν θα γράψουν βιβλίο γιατί δεν θα προλάβουν. Ούτε να αγωνιστούν ούτε να πιάσουν λιμάνι στη ζωή τους.