ΘΕΑΤΡΟ

Αναζητώντας πυξίδα στην ομίχλη

anazitontas-pyxida-stin-omichli-2184040

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ (Χάρολντ Πίντερ)
Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
σκηνοθ.: Νίκος Διαμαντής
θέατρο: Σημείο

«Ο βίος πολύ σύντομος κι ο Προυστ μακροσκελής». Το επιπόλαιο σχόλιο του Ανατόλ Φρανς έγινε το 1913, όταν ξεκίνησε να εκδίδεται το μεγα-μυθιστόρημα του Προυστ. Οι 3.000 σελίδες του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» μπορούν όντως πολύ εύκολα να παραπλανήσουν όποιον κολυμπά στην επιφάνεια ενός ποταμού λέξεων, μνήμης, προσώπων του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου του συγγραφέα, που συναγωνίζονται φαινομενικά σε παρακμιακά καμώματα, απολιθωμένο σνομπισμό, έκφυλο παρασιτισμό. Μπορούν να κάνουν τον ανυποψίαστο να αδιαφορήσει γι’ αυτή την εποποιία του αναστοχασμού, της εξαντλητικής παρατήρησης και περιγραφής του έξω κόσμου, της ποίησης, της απόγνωσης, της στέρησης, της αιφνίδιας τρυφερότητας, της αλαζονικής υπέρβασης του θανάτου.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν προσφέρει υπηρεσία στο ευρύ, απροετοίμαστο κοινό η σκηνική απόπειρα ενός τέτοιου θηριώδους έργου, όταν σκηνοθετικό όραμα και θίασος δεν το προστατεύουν από τέτοια παραπλάνηση.

Θυμήθηκα το σχόλιο του Ανατόλ Φρανς καθώς έβλεπα τη συγκινητική προσπάθεια του Νίκου Διαμαντή κι ενός θιάσου νέων ηθοποιών να δαμάσουν –και μάλιστα επί σκηνής– μία από τις πιο παρακινδυνευμένες και θηριώδεις αφηγηματικές εμπειρίες. Η σεναριακή διασκευή (1972) του Χάρολντ Πίντερ (μετάφραση Αντώνη Γαλέου) δεν φάνηκε δυστυχώς να συμβάλλει ούτε στην έμπνευση του σκηνοθέτη ούτε στον προσανατολισμό του θεατή ούτε στην αποτελεσματικότητα των ηθοποιών. Αναζήτησα για να διαβάσω το κείμενο που άκουσα αλλά δεν έχει εκδοθεί. Εμεινα με την εντύπωση πως έλειπε και από μένα και από την παράσταση, η πυξίδα. Πελαγοδρομούσα κάπου, ανάμεσα σε εναλλασσόμενα πρόσωπα και ρόλους, θραύσματα γνωστών φράσεων κι αποσπασμάτων, αντιερωτικά συμπλέγματα, ανέμπνευστες περιπτύξεις απ’ όπου όμως απουσίαζε η έκρηξη φαντασίας που μου είχε προκαλέσει η ανάγνωση, οι ανεπανάληπτες ατμόσφαιρες και το διακαές ενδιαφέρον για τα πρόσωπα και την πορεία τους.

Κανείς δεν θα περίμενε βέβαια από ένα μικρό, περιφερειακό θέατρο, πειραματικής μάλλον προσέγγισης, τις λαβυρινθώδεις και απαστράπτουσες οφθαλμαπάτες της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου του Λονδίνου το 2000, στην εξαιρετική θεατρική διασκευή του συνεργάτη του Πίντερ, Ντι Τρέβις. Ατυχώς όμως δεν υπήρξε η σκηνοθετική εκείνη σύλληψη που θα κατέτασσε την παράσταση σε μια διαφορετικής τάξεως και προσανατολισμού απόπειρα.

Δυσκολεύομαι επιπλέον να κατανοήσω τη «σκηνική» και –υποθέτω– ενδυματολογική επιμέλεια του σκηνοθέτη. Είχε πρόθεση να «ντύσει» την παράσταση σαν να ήταν πρόβα ηθοποιών που έριξαν επάνω τους ό,τι βρήκαν; Τότε γιατί αυτός ο μισός ρεαλισμός αντί για μια ξεκάθαρη σύμβαση ουδετερότητας ή παντελούς απουσίας κοστουμιών; Η τυχαία και ευτελών υλικών επιλογή ήταν τόσο κόντρα στη λαμπερή ατμόσφαιρα του προπολεμικού Παρισιού, του ξενοδοχείου Ριτς, των φράκων, των λουσάτων φορεμάτων, των αργόσχολων μπουρζουάδων και παρασίτων! Αυτές οι καφέ χλαίνες-πανωφόρια (Α΄ Παγκόσμιος άραγε;), οι φτηνές εσάρπες και το κόκκινο μαντό που τύλιγαν τα ντυμένα ή ημίγυμνα σώματα των γυναικών επέτειναν τη σύγχυση μέσα στη γενική ασάφεια προσώπων, σχέσεων, καταστάσεων.

Θα ήταν άδικο να κρίνει κανείς την ερμηνευτική δεινότητα του επταμελούς θιάσου (Κωνσταντίνα Αργυροπούλου, Σταύρος Γιαννακόπουλος, Σπέρη Κανατά, Αγγελίνα Κλαυδιανού, Κωνσταντίνος Μαρούγκας, Μάκης Μπογέας, Ιωάννα Τσακίρη), καθώς η μονοδιάστατη υποκριτική επίδοση έμοιαζε να αποτελεί σκηνοθετική πρόθεση (ίδια έκφραση, όμοια κίνηση, εμμονή με τα μαλλιά τους οι γυναίκες, με… οπισθοβαρείς προσεγγίσεις οι άνδρες, με αξιοθρήνητο και κυνηγημένο ύφος ο αυτοβιογραφούμενος- αφηγητής).

Η απουσία αληθινού πάθους των προσώπων, η ένταση φωνής κάποιων, σαν εκφώνηση η φωνητική υπογράμμιση, τα τρεχαλητά μέσα έξω στη σκηνή, η έλλειψη φωτισμών – αναρωτήθηκα μήπως στόχευαν σε μπρεχτική αποστασιοποίηση, κάτι που θα ήταν τελείως φάλτσο για την περίπτωση και η παιδεία του Νίκου Διαμαντή θα το απέτρεπε. Ο Προυστ και ο αχανής του κόσμος –«ο ζωολογικός κήπος με τα συναρπαστικά κι επικίνδυνα πλάσματα», κατά τον Ρότζερ Σάτακ και το φυλλάδιο της παράστασης– προϋποθέτει μύηση, ηδονική απόλαυση της ροής του λόγου, συνενοχή με την αποκαλυπτική γλώσσα του, ταύτιση, έστω και στιγμιαία, με πρόσωπα και καταστάσεις, διαρκώς τροφοδοτούμενη περιέργεια για τις μοναδικές, ψυχολογικές αναλύσεις, τα πάθη, τη μέθη, τις στερήσεις αυτού του ασθμαίνοντος λάτρη της ζωής κι ασθματικού παρατηρητή των γύρω και των εντός του.