ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από ιδιοκτήτες, ενοικιαστές όσοι δηλώσουν πτώχευση

Το κρατικό επίδομα ενοικίου κυμαίνεται από 70 έως 210 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό των προστατευόμενων μελών κάθε νοικοκυριού. Η κρατική επιδότηση θα διασφαλίζει ότι το ευάλωτο νοικοκυριό θα είναι σε θέση να πληρώνει το ενοίκιο που συμφωνεί με τον φορέα. Σε περίπτωση που δεν πληρώσει τρεις διαδοχικούς μήνες, ο φορέας θα μπορεί να κάνει έξωση στον μισθωτή (φωτ. ΙΝΤΙΜΕ).

Στα τέλη Οκτωβρίου αναμένεται να οριστικοποιηθούν οι λεπτομέρειες του νέου Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Κατοικιών, προκειμένου στη συνέχεια να ακολουθήσει η διαγωνιστική διαδικασία για την ανάδειξη του ιδιώτη που θα επενδύσει στον τομέα της διαχείρισης ακινήτων. 

Ο επενδυτής θα προκριθεί ύστερα από ανοικτό διεθνή διαγωνισμό, που αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί έως τα τέλη του χρόνου προκειμένου ο φορέας να τεθεί σε λειτουργία από τις αρχές του 2021, οπότε και τίθεται σε εφαρμογή ο νέος Κώδικας Διευθέτησης Οφειλών και Παροχής Δεύτερης Ευκαιρίας.

Πηγές του υπουργείου Οικονομικών εκτιμούν ότι το ενδιαφέρον θα είναι ισχυρό, καθώς δέλεαρ για τη συμμετοχή επενδυτών θα αποτελέσει η επιδότηση ενοικίου που θα παράσχει το κράτος στα νοικοκυριά που θα «παραδώσουν» το ακίνητό τους στο πλαίσιο της πτώχευσης.

Το ύψος του επιδόματος ξεκινάει από 70 ευρώ και μπορεί να φτάσει κατ’ ανώτατο έως 210 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό των προστατευόμενων μελών του κάθε νοικοκυριού. Η κρατική επιδότηση με τη μορφή επιδόματος στέγασης θα διασφαλίζει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του αρμόδιου υπουργείου, ότι το ευάλωτο νοικοκυριό θα είναι σε θέση να πληρώνει το ενοίκιο που συμφωνεί με τον φορέα, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό σταθερές πηγές εσόδων. 

Σε περίπτωση που δεν πληρώσει τρεις διαδοχικούς μήνες, ο φορέας θα μπορεί να κάνει έξωση στον μισθωτή. Σημειώνεται ότι ο ευάλωτος οφειλέτης θα έχει χάσει την κυριότητα της πρώτης του κατοικίας, αφού το ακίνητο θα έχει αγοραστεί από τον φορέα κατά το στάδιο του πλειστηριασμού είτε πριν από τον πλειστηριασμό κατόπιν συμφωνίας και με τον πιστωτή, δηλαδή την τράπεζα. 

Η αγορά θα γίνει στην εμπορική τιμή του ακινήτου κατά τον χρόνο της συναλλαγής. Αν και δεν υπάρχουν σαφείς εκτιμήσεις για το ύψος των κεφαλαίων που θα πρέπει να επενδυθούν, πηγές του υπουργείου Οικονομικών παραδέχονται ότι θα απαιτηθούν σημαντικά κεφάλαια και, όπως εκτιμούν, το ενδιαφέρον θα προέλθει κυρίως από funds που έχουν επενδύσει και στη διαχείριση των κόκκινων δανείων. 

Σε κάθε περίπτωση, ο ιδιώτης που θα αναλάβει να λειτουργήσει τον φορέα θα πρέπει να επενδύσει με ορίζοντα 12ετίας, όσο δηλαδή διαρκεί το δικαίωμα μίσθωσης του ακινήτου από τον ευάλωτο οφειλέτη. Τα μισθώματα που θα καταβληθούν δεν θα αφαιρεθούν από το τίμημα για την επαναγορά του ακινήτου από το ευάλωτο νοικοκυριό μετά τη 12ετία. Η επαναγορά θα γίνει επίσης στην εμπορική αξία του ακινήτου τη δεδομένη στιγμή. 

Για να χαρακτηριστεί κάποιος οφειλέτης ευάλωτος θα πρέπει να πληροί συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Το συνολικό του εισόδημα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 7.000 ευρώ εάν πρόκειται για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, ποσό που προσαυξάνεται κατά 3.500 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος του νοικοκυριού. Στη μονογονεϊκή οικογένεια για το πρώτο ανήλικο μέλος του νοικοκυριού ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ. Στα νοικοκυριά με απροστάτευτα τέκνα, ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε απροστάτευτο τέκνο. Το συνολικό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 21.000 ευρώ ετησίως, ανεξαρτήτως της σύνθεσης του νοικοκυριού. 

Σε ό,τι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία, θα πρέπει η συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας του νοικοκυριού να μην υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ για το μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενη κατά 15.000 ευρώ για κάθε πρόσθετο μέλος και έως των 180.000 ευρώ. Το συνολικό ύψος των καταθέσεων του νοικοκυριού ή/και η τρέχουσα αξία μετοχών, ομολόγων κ.λπ. δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενη κατά 3.500 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος του νοικοκυριού. Στη μονογονεϊκή οικογένεια για το πρώτο ανήλικο μέλος του νοικοκυριού ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ. Στα νοικοκυριά με απροστάτευτα τέκνα, ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε απροστάτευτο τέκνο.