ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

«Ομηρος» των εκλογών η οικονομία των ΗΠΑ

«Ομηρος» των εκλογών η οικονομία των ΗΠΑ

Παραδοσιακά οι πρόεδροι των ΗΠΑ πιστώνονται ή χρεώνονται την εκάστοτε κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας όπως αυτή εξελίχθηκε στη διάρκεια της θητείας τους. Εγκωμιάζονται όταν αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και βέβαια κατηγορούνται σε περιόδους επιβράδυνσης, πολλώ δε μάλλον ύφεσης. Και συχνά αξιολογούνται βάσει των επιδόσεων της οικονομίας ακόμη και όταν δεν φέρουν ουσιαστικά την ευθύνη για τις οικονομικές εξελίξεις, ακόμη και όταν αυτές οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες με συντριπτική ισχύ, όπως μια φυσική καταστροφή ή μια επιδημία. 

Κάτι δηλαδή που εύλογα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι ισχύει στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ και σε ό,τι αφορά την ιστορική ύφεση που γνώρισε την άνοιξη η αμερικανική οικονομία ως αναπόφευκτο συνεπακόλουθο της πανδημίας. Δύσκολα μπορεί κανείς να χρεώσει στον Ντόναλντ Τραμπ τη θεαματική πτώση, κατά ορισμένες εκτιμήσεις έως και πάνω από 30%, που γνώρισε το αμερικανικό ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

Οπως, βέβαια, δεν μπορεί και να του πιστώσει την ανάπτυξη που σημείωνε η αμερικανική οικονομία στην αρχή της θητείας του, καθώς του είχε κληροδοτηθεί από τη θητεία του Μπαράκ Ομπάμα.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο όσον αφορά το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει μετέωρη τους τελευταίους δύο μήνες, όμηρος μιας διελκυστίνδας ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και τον Λευκό Οίκο, σχετική με το ύψος της νέας δέσμης στήριξης και ενώ η υπερδύναμη οδεύει ολοταχώς προς τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Και όπως προειδοποίησε ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο θα αντιμετωπίσει «τραγικές» συνέπειες αν δεν της χορηγηθεί νέα δέσμη μέτρων στήριξής της, κάτι που ουσιαστικά θα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις παλινωδίες του απρόβλεπτου ενοίκου του Λευκού Οίκου.

Αρτι αφιχθείς από το νοσοκομείο στην αρχή της εβδομάδας, ο Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε σύγχυση και κραδασμούς στις αγορές αντιφάσκοντας, αυτοαναιρούμενος. Ζήτησε διακοπή των συνομιλιών με τους Δημοκρατικούς για τη δεύτερη δέσμη μέτρων μέχρι τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και υποσχέθηκε ότι μετά τη νίκη του θα ψηφίσει «ένα μεγάλο πακέτο μέτρων». Η πτώση των αγορών που ακολούθησε ήταν αρκετή για να ανακρούσει πρύμναν. Λίγες ώρες αργότερα διεμήνυσε μέσω Twitter ότι είναι έτοιμος να υπογράψει περαιτέρω στήριξη σε χειμαζόμενες αμερικανικές βιομηχανίες, κατά κύριο λόγο στον κλάδο των αεροπορικών εταιρειών, αλλά και έναν νέο γύρο επιταγών ύψους 1.200 δολαρίων για τους Αμερικανούς πολίτες. Ολα αυτά δεν θα ήταν παρά μόνον ένα τμήμα της δέσμης μέτρων ύψους 2,2 τρισ. δολαρίων που ζητούν επίμονα οι Δημοκρατικοί και έχει προκαλέσει την αντίδραση της Νάνσι Πελόσι, προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, που εμμένει σε ένα πλήρες πακέτο για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και ανέργους.

Και στο μεταξύ, η τόνωση που χορηγήθηκε εσπευσμένα την άνοιξη έχει ουσιαστικά εξαντληθεί, οι προθεσμίες εκπνέουν και γίνονται όλο και λιγότερες προσλήψεις, σίγουρα ανεπαρκείς για να απορροφηθούν τα εκατομμύρια όσων Αμερικανών απολύθηκαν εξαιτίας της πανδημίας.

Θα ξεπεράσουν τις 920.000 τα «λουκέτα» μικρών επιχειρήσεων 

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου παραμένει σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όπως και την άνοιξη, όταν η πανδημία εκβίασε τη συναίνεση του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ σε ένα πακέτο στήριξης. Εκτιμούν, μάλιστα, πως το ύψος μιας νέας στήριξης, διακύβευμα της διαφωνίας ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς, είναι πλέον επουσιώδες και μεγαλύτερη σημασία έχει να δοθεί κατεπειγόντως.

Για τους περισσότερους οικονομολόγους που παρακολουθούν ανήσυχοι τα τεκταινόμενα στην Ουάσιγκτον, προτεραιότητα έχουν τα επιδόματα ανεργίας. Τα επιπλέον 600 δολάρια την εβδομάδα που χορήγησε το κράτος στους ανέργους την άνοιξη ήταν αυτά που κράτησαν όρθια τα αμερικανικά νοικοκυριά. Το σχετικό πρόγραμμα, όμως, έληξε μέσα το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα εκατομμύρια αμερικανικές οικογένειες να δυσκολεύονται να επιβιώσουν.

Εχει μεσολαβήσει μείωση της ανεργίας στο 7,9% τον Σεπτέμβριο, σημαντική βέβαια, δεδομένου ότι τον Απρίλιο είχε εκτιναχθεί στο 15%. Στο μεταξύ, όμως, δρομολογούνται μαζικές απολύσεις από κολοσσούς όπως η Walt Disney και η Allstate και φυσικά από τις αεροπορικές εταιρείες, που χάνουν τις ελπίδες τους για πραγματική ανάκαμψη των αεροπορικών ταξιδιών. 

Μέσα στην εβδομάδα η Boeing προέβλεψε περαιτέρω πτώση 11% της ζήτησης για αεροπορικά ταξίδια μέσα στη δεκαετία.

Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν πως δεν πρόκειται να ανακάμψει η αμερικανική οικονομία αν δεν δημιουργηθούν περισσότερες νέες θέσεις εργασίας και αν δεν δοθεί άμεση βοήθεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. 

Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις της υπερδύναμης εδώ και πάνω από δύο μήνες δεν έχουν τη στήριξη των ενισχυμένων επιδομάτων ανεργίας, ούτε τα φθηνά δάνεια ή τα άλλα προγράμματα που ενέκρινε η κυβέρνηση Τραμπ την άνοιξη.

Η τουριστική βιομηχανία χειμάζεται και προειδοποιεί πως θα κλείσουν χιλιάδες ξενοδοχεία, με τους πιο πρόχειρους υπολογισμούς να μιλούν για 38.000 ξενοδοχεία που ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο. Αν συμβεί αυτό, θα προστεθούν στις 850.000 μικρές επιχειρήσεις που είχαν ήδη βάλει λουκέτο έως τα τέλη Αυγούστου, σύμφωνα με την πλατφόρμα Womply. Και βέβαια θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους περίπου 1,6 εκατομμύριο υπάλληλοι ξενοδοχείων, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση ένωσης ξενοδόχων. Σύμφωνα με τον Μάθιου Χάλερ, αντιπρόεδρο της επιχειρηματικής ένωσης International Franchise Association, που εκπροσωπεί χιλιάδες γυμναστήρια, κέντρα αισθητικής και γενικότερα πολλές αλυσίδες επιχειρήσεων, στην αρχή του χειμώνα θα έχουν κλείσει περίπου 36.000 αλυσίδες.

Στο μεταξύ, το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας ανακοίνωσε προ ημερών ότι στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου καταργήθηκαν 216.000 θέσεις κρατικών υπαλλήλων που απασχολούνταν είτε σε ομοσπονδιακό είτε σε πολιτειακό επίπεδο. Αιτία, βέβαια, η μείωση των φορολογικών εσόδων τόσο σε επίπεδο ομοσπονδιακού κράτους όσο και σε τοπικό επίπεδο. Κάτι που προοιωνίζεται περαιτέρω δεινά για το εγγύς μέλλον.

Οι έωλοι ισχυρισμοί του Ντόναλντ Τραμπ για ανάπτυξη και απασχόληση

omiros-ton-eklogon-i-oikonomia-ton-ipa0

Προτού η πανδημία προκαλέσει παγκόσμια καταστροφή, ο Ντόναλντ Τραμπ επικαλείτο πολλά και διάφορα μεγέθη της οικονομίας για να παρουσιαστεί ως ο επιτυχέστερος πρόεδρος των ΗΠΑ. Υποστήριζε πως επί των ημερών του η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο σημείωσε ιστορική οικονομική ανάπτυξη, η ανεργία υποχώρησε σε ιστορικό χαμηλό ενώ εκατομμύρια Αμερικανών λυτρώθηκαν από τη φτώχεια.  Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κληρονομήσει την ανάπτυξη από τον Μπαράκ Ομπάμα, στη θητεία του οποίου υπήρξαν περίοδοι που ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν μεγαλύτερος.

Ακόμη και πολύ παλαιότερα, υπήρξαν εποχές που η αμερικανική οικονομία αναπτυσσόταν με πολύ υψηλότερους ρυθμούς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, για παράδειγμα, ο ρυθμός ανάπτυξης υπερέβαινε το 10% ενώ τα πρώτα τρία χρόνια της κυβέρνησης Τραμπ η ανάπτυξη ήταν 2,5%. Σημειωτέον ότι στην καλύτερη φάση της θητείας του Μπαράκ Ομπάμα, το 2014, η ανάπτυξη κυμαινόταν στο 5,5%.

Προτού η πανδημία εκτοξεύσει την ανεργία σχεδόν στο 15% το δεύτερο τρίμηνο, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριζε δικαίως πως είχε επιτύχει το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας των τελευταίων 50 ετών. Στη διάρκεια των πρώτων τριών χρόνων της θητείας του, δημιουργήθηκαν πράγματι 6,4 εκατ. νέες θέσεις εργασίας. Υπό τον προκάτοχό του, όμως, δημιουργήθηκαν 7 εκατ.

Είναι γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία τραυματίστηκε όπως και όλες οι οικονομίες του κόσμου από την πανδημία. Γνώρισε τη βαθύτερη ύφεση και την υψηλότερη ανεργία που έχει καταγραφεί στην ιστορία της υπερδύναμης εδώ και περισσότερο από 80 χρόνια.

Οταν η πανδημία κορυφωνόταν, την περίοδο από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο, η ύφεση υπερέβη το 30% και ήταν δηλαδή υπερτριπλάσια από την πτώση 10% που είχε σημειώσει το αμερικανικό ΑΕΠ το 1958. Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Εργασίας, στη διάρκεια των πρώτων μηνών της πανδημίας περισσότεροι από 20 εκατ. άνθρωποι έχασαν τις θέσεις εργασίας τους στις ΗΠΑ. Μέσα σε έναν μήνα και μόνο, οι απώλειες διέγραψαν όσες θέσεις εργασίας είχαν δημιουργηθεί στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Στη συνέχεια, πάντως, και με τη βοήθεια των έκτακτων μέτρων που επιστράτευσε η κυβέρνηση Τραμπ, η ανεργία υποχώρησε και τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε στο 7,9%. Σε ό,τι αφορά το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, σημείωσαν αύξηση στη διάρκεια των πρώτων τριών ετών της κυβέρνησης Τραμπ. Τότε αυξήθηκαν συγκεκριμένα κατά 2,1% ετησίως, αλλά το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από το 2,4%, την αντίστοιχη αύξηση των μισθών επί Μπαράκ Ομπάμα.

Σημαντικότερος και ηχηρότερος ίσως από όλους τους ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου, η μείωση της φτώχειας στην υπερδύναμη. Ενα χρόνο πριν από την πανδημία, τον Φεβρουάριο του 2019, ο Ντόναλντ Τραμπ κόμπαζε πως είχε επιτύχει «τη δραστικότερη μείωση της φτώχειας που έχει σημειωθεί στη διάρκεια της θητείας οποιουδήποτε προέδρου στην ιστορία των ΗΠΑ». Τα στατιστικά στοιχεία φέρουν τον αριθμό των φτωχών της υπερδύναμης να είναι το 2019 μικρότερος κατά 4,2 εκατ. άτομα σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο έτος. Σύμφωνα, όμως, με την αμερικανική υπηρεσία απογραφών,  η μεγαλύτερη μείωση της φτώχειας που έχει καταγραφεί στις ΗΠΑ μέσα σε ένα μόνο έτος ήταν το 1966, υπό τον τότε πρόεδρο Λίντον Τζόνσον. Τότε σχεδόν 4,7 εκατ. άνθρωποι ξέφυγαν από τη φτώχεια βελτιώνοντας τα εισοδήματά τους.

Ανακάλεσε 

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την απόφασή του να αναβάλει τη στήριξη της οικονομίας για μετά τις εκλογές, «οπότε, αμέσως μετά τη νίκη μου, θα ψηφίσουμε ένα μεγάλο πακέτο στήριξης». Αργότερα ανακάλεσε ζητώντας στήριξη για τις αεροπορικές και επιταγές 1.200 δολαρίων «που θα πάνε στον σπουδαίο λαό μας αμέσως. Είμαι έτοιμος να υπογράψω τώρα».

Μέγιστη στήριξη

omiros-ton-eklogon-i-oikonomia-ton-ipa1

Ζητώντας τη μέγιστη δυνατή στήριξη, ο Τζερόμ Πάουελ, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Federal Reserve, τόνισε πως «αν η στήριξη είναι πολύ μικρή, θα οδηγήσει σε αναιμική ανάκαμψη που θα καλλιεργήσει περιττά δεινά για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις της Αμερικής».

Επείγον 

Τονίζοντας πόσο επείγον είναι να δοθεί στήριξη σε νοικοκυριά και ανέργους, η οικονομολόγος Κλόντι Σαμ, πρώην στέλεχος της Fed, υπογράμμισε πως «δεν αξίζει τον κόπο να σκοτωθούμε για το αν το πρόσθετο επίδομα ανεργίας θα είναι 600 δολάρια την εβδομάδα ή 400 δολάρια». Υποστηρίζει δε ένθερμα ένα πακέτο δαπανών για τη στήριξη της οικονομίας.