ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Βολές κατά του εξωδικαστικού μηχανισμού από τις τράπεζες

«Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι θα γίνει ευρεία χρήση, με αποτέλεσμα να μπουν σε αχρείαστη ρύθμιση ενήμεροι οφειλέτες και να ξεκινήσει ξανά η διαδικασία ρύθμισης οφειλών που έχουν ρυθμιστεί ήδη», ανέφερε ο πρόεδρος της ΕΕΔΑΔΠ και διευθύνων σύμβουλος της doValue Τάσος Πανούσης.

Στο στόχαστρο των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων βρέθηκε χθες ο εξωδικαστικός μηχανισμός που προβλέπεται στον νέο πτωχευτικό κώδικα, στο πλαίσιο της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, κατά την οποία εκπρόσωποι φορέων τοποθετήθηκαν στις διατάξεις του νομοσχεδίου. 

Αν και το σύνολο των ομιλητών, μεταξύ των οποίων και ο εκπρόσωπος της ΤτΕ Ηλίας Πλασκοβίτης, συμφώνησαν ότι η ενοποίηση των διάσπαρτων μέχρι σήμερα διατάξεων για την πτώχευση ιδιωτών και επιχειρήσεων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, έντονη ήταν η διαφωνία για τις ρυθμίσεις που αφορούν τα φυσικά πρόσωπα, ενώ από την πλευρά της αντιπολίτευσης η κριτική επικεντρώθηκε στο κατά πόσον είναι ουσιαστική η προστασία της πρώτης κατοικίας.

Οι τράπεζες, διά στόματος του προέδρου της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών Γιώργου Χαντζηνικολάου, τάχθηκαν κατά της δυνατότητας ένταξης των φυσικών προσώπων στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών θεωρώντας ότι «το φυσικό πρόσωπο θα μπορούσε να επιδιώξει την απαλλαγή του από τις οφειλές του μόνο μέσα στην πτώχευση». 

Οπως δήλωσε ο κ. Χαντζηνικολάου, στα φυσικά πρόσωπα εφαρμόζεται ο κώδικας δεοντολογίας και έτσι, πριν φτάσουμε στην καταγγελία του δανείου και στη ρευστοποίηση περιουσίας, «υπάρχουν πολλές ευκαιρίες να ρυθμίσουν τα χρέη τους σε διμερή συνεργασία με την τράπεζα». Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε ο κ. Χαντζηνικολάου, δεν συμφωνούμε επί της αρχής τα φυσικά πρόσωπα να έχουν έναν εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης των οφειλών τους, εάν δεν αποδεικνύουν τις προϋποθέσεις ότι έχουν μόνιμη και πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών τους μέσω της πτώχευσης. Σε κάθε περίπτωση, σημείωσε, «δεν συμφωνούμε να έχουν τη δυνατότητα αυτή ενήμεροι οφειλέτες».

Ο επικεφαλής της Ενωσης υπεραμύνθηκε των ρυθμίσεων που γίνονται με τους δανειολήπτες σε διμερή βάση, οι οποίες έχουν οδηγήσει κατά την περίοδο της πανδημίας σε αναστολές δόσεων για 370.000 οφειλέτες με δάνεια συνολικού ύψους 20 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 12 δισ. ευρώ έχουν ρυθμιστεί διμερώς από τον Ιούλιο του 2019 έως και σήμερα. Ο κ. Χαντζηνικολάου επισήμανε το γεγονός ότι τα μη εξυπηρετούμενα στην Ελλάδα δάνεια ανέρχονται στο 30% του χαρτοφυλακίου των τραπεζών και σε απόλυτα μεγέθη φθάνουν τα 61 δισ. ευρώ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη, τουλάχιστον στην προ COVID-19 εποχή, ήταν μόλις 3%, υπογραμμίζοντας ότι αποτελούν τροχοπέδη, επηρεάζοντας αρνητικά τη χρηματοδότηση και τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας.

Σε ανάλογο μήκος κύματος ήταν και η τοποθέτηση του προέδρου της Ενωσης Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων (ΕΕΔΑΔΠ) και διευθύνοντος συμβούλου της doValue Τάσου Πανούση, ο οποίος επισήμανε ότι «αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό μπορεί να υποβάλει μια ιδιαιτέρως μεγάλη περίμετρος οφειλετών». «Δικαίωμα ένταξης έχουν τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα, είτε οι οφειλές είναι σε καθυστέρηση, είτε έχουν ρυθμιστεί, είτε εξυπηρετούνται κανονικά, κι αυτό ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, αν δηλαδή έχουν πραγματική αδυναμία ή είναι πιθανώς αφερέγγυοι ή ακόμη και αν μπορούν να εξυπηρετήσουν την οφειλή», εξήγησε ο κ. Πανούσης. 

«Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι με μια τέτοια περίμετρο θα γίνει ευρεία χρήση, με αποτέλεσμα να μπουν σε αχρείαστη ρύθμιση ενήμεροι οφειλέτες και να ξεκινήσει ξανά η διαδικασία ρύθμισης οφειλών που έχουν ρυθμιστεί ήδη», ενώ το γεγονός ότι «η υποβολή αίτησης μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή συγκεκριμένων ενεργειών αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από στρατηγικούς κακοπληρωτές για να μεταθέσουν για άλλη μια φορά στο μέλλον την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους». Η ΕΕΔΑΔΠ τάχθηκε με τη σειρά της υπέρ του να εντάσσονται στον εξωδικαστικό μηχανισμό αποκλειστικά όσοι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, έτσι ώστε στόχος να είναι η προστασία βιώσιμων επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας και όχι η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των καταναλωτών.