ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τη δημιουργία ευρωπαϊκής bad bank προτείνει η ΕΚΤ

ti-dimioyrgia-eyropaikis-bad-bank-proteinei-i-ekt-561134554

Στην ακραία  αλλά όχι απίθανη περίπτωση μιας παρατεταμένης και βαριάς ύφεσης, τα κόκκινα δάνεια στις τράπεζες της Ευρωζώνης ενδέχεται να εκτιναχθούν στο ιλιγγιώδες ύψος του 1,4 τρισ. ευρώ. Αυτή είναι η εκτίμηση της ΕΚΤ, και ο Αντρέα Ενρία, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής Τραπεζών (ΕΒΑ), επισημαίνει πως η πανδημία μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία για να προχωρήσει η Ευρωζώνη σε εξυγίανση όσων τραπεζών της έχουν αποδυναμωθεί.

Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στους Financial Times, ο κ. Ενρία προτείνει να ανατεθεί η διαχείριση των κόκκινων δανείων σε μια ευρωπαϊκή εταιρεία διαχείρισης ενεργητικού, κοινώς σε μια «κακή τράπεζα» ή σε ένα δίκτυο εθνικών «κακών τραπεζών», που θα λειτουργεί, όμως, με έναν κεντρικό σχεδιασμό. Στόχος, βέβαια, να είναι έτοιμη η Ευρωζώνη για τη χείριστη περίπτωση, την οποία θα πρέπει να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά από τις προηγούμενες.

Οπως επισημαίνει ο επικεφαλής της ΕΒΑ, οι συμφωνίες για «πάγωμα» στην αποπληρωμή των δανείων εκπνέουν ή έχουν ήδη εκπνεύσει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι στιγμής οι πληρωμές τους εκτελούνται κανονικά και μόνον μια μικρή μερίδα των δανείων δεν εξυπηρετείται. Τα μακροοικονομικό περιβάλλον, όμως, παραμένει αβέβαιο και δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση μιας αναιμικής ανάκαμψης που θα οδηγήσει στη συγκέντρωση μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων, σαφώς μεγαλύτερου από τα αντίστοιχα επίπεδα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.

Καλεί, έτσι, την Ευρώπη να επιδείξει πιο γρήγορα ανακλαστικά στη διαχείριση των κόκκινων δανείων. Οπως τονίζει, η ποιότητα ενεργητικού των τραπεζών της Ευρωζώνης δεν έχει επανέλθει στα προ της κρίσης επίπεδα, μολονότι έχει σημειωθεί πρόοδος. Τόσο η ΕΒΑ όσο και η ΕΚΤ έχουν παρουσιάσει κατευθυντήριες γραμμές καλώντας τις τράπεζες να διαχειριστούν πιο δυναμικά το πρόβλημα των κόκκινων δανείων.
Υπογραμμίζει, όμως, πως η εμπειρία μάς έχει δείξει ότι οι ισολογισμοί των τραπεζών εξυγιαίνονται ταχύτερα και αποκαθίσταται πιο αποτελεσματικά η δυνατότητα των τραπεζών να χορηγούν πιστώσεις όταν το πρόβλημα των κόκκινων δανείων ανατίθεται σε εταιρείες διαχείρισης προβληματικών στοιχείων ενεργητικού.

Ως εκ τούτου, ο κ. Ενρία χαρακτηρίζει αναγκαίο να αντιμετωπισθεί η συγκυρία ως ευκαιρία για μια βαθύτερη αναδιάρθρωση του τραπεζικού κλάδου. Υπενθυμίζει ότι στις δύο προηγούμενες κρίσεις, την παγκόσμια χρηματοπιστωτική και την κρίση χρέους, οι κυβερνήσεις επιστράτευσαν δυσθεώρητα ποσά από χρήματα των φορολογουμένων. Η Ευρώπη, όμως, δεν πέτυχε την αναγκαία συγκέντρωση του χρηματοπιστωτικού κλάδου και τη ριζική αναμόρφωση του επιχειρηματικού μοντέλου των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει και σήμερα εύθραυστος ο κλάδος, με τις χρηματιστηριακές αξίες των ευρωπαϊκών τραπεζών να βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Οι εταιρείες διαχείρισης ενεργητικού, όμως, έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν το επιχειρηματικό μοντέλο όσων τραπεζών αντιμετωπίζουν μεγάλο όγκο κόκκινων δανείων, προσφέροντας στήριξη και παράλληλα επιβάλλοντάς τους όρους.

Ο επικεφαλής της ΕΒΑ τονίζει, επίσης, ότι είναι αναγκαία μια ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική στην αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων και όχι μια σειρά από εθνικές πρωτοβουλίες χωρίς κανέναν συντονισμό. Οπως σημειώνει, οι ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος είναι κατακερματισμένος στα διάφορα εθνικά επίπεδα και εθνικές πολιτικές, με αποτέλεσμα να είναι οι ευρωπαϊκές τράπεζες εύθραυστες και όχι επαρκώς αποτελεσματικές. Σύμφωνα με τον κ. Ενρια, ο εξωγενής παράγων της πανδημίας, που έχει, άλλωστε, πλήξει τους πάντες, δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για μια πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 

Διευκρινίζει, βέβαια, ότι ζητούμενο μιας τέτοιας πρωτοβουλίας δεν θα είναι να διευκολυνθούν όσες τράπεζες ανέλαβαν υπερβολικά ρίσκα και τα διαχειρίστηκαν εσφαλμένα. Ο στόχος της θα είναι, αντιθέτως, να προσφέρει στις ευρωπαϊκές τράπεζες τη δυνατότητα να στηρίξουν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και τα βιώσιμα νοικοκυριά και να δώσει ώθηση στον μετασχηματισμό της Ε.Ε. σε μια πιο πράσινη και τεχνολογικά ανεπτυγμένη οικονομία, χωρίς τράπεζες που θα βαρύνονται από κόκκινα δάνεια. Η αποτελεσματική λύση, τονίζει, θα είναι μια ευρωπαϊκή «κακή τράπεζα».

Ως εναλλακτική λύση θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα δίκτυο «κακών τραπεζών» που θα μπορούν να διευκολύνουν την ανάκαμψη αν έχουν σχεδιασθεί σωστά. Προκειμένου να λειτουργήσει αποτελεσματικά ένα τέτοιο δίκτυο, χρειάζονται δύο στοιχεία που θα συντονιστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο: χρηματοδότηση και τιμολόγηση. Αν η χρηματοδότηση παρέχεται ή είναι εγγυημένη από μια κεντρική ευρωπαϊκή αρχή, κάθε εθνική «κακή τράπεζα», ανεξαρτήτως του πού βρίσκεται, θα επωφελείται από την υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση της Ε.Ε. και θα απολαύει καλύτερης πρόσβασης στις χρηματαγορές.

Για να υπάρχει, όμως, αυτή η δυνατότητα άντλησης πόρων, πρέπει να έχουν καθοριστεί τυποποιημένη μεθοδολογία και δεδομένα, βάσει των οποίων θα καθορίζεται η τιμή στην οποία θα μεταβιβάζονται τα κόκκινα δάνεια στην «κακή τράπεζα». Η συμμετοχή κάθε τράπεζας στο σχήμα θα εξαρτάται από το κατά πόσον θεωρεί βιώσιμο το επιχειρηματικό της μοντέλο η εποπτική της αρχή και κατά πόσον εκτιμά ότι έχει τη δυνατότητα να επιβιώσει και να επιτύχει ως ανεξάρτητη οντότητα μετά το τέλος της κρίσης. Θα μπορούν να συμμετάσχουν και άλλες τράπεζες, υπό πολύ αυστηρούς όρους όμως, μεταξύ των οποίων και μια αποφασιστική αναδιάρθρωση.