ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναζητείται αγοραστής για τα ομόλογα των ΗΠΑ

Ιδιώτες επενδυτές εξακολουθούν να αγοράζουν τίτλους του αμερικανικού δημοσίου, αλλά οι αγορές τους δεν επαρκούν για να αναπληρώσουν την ζήτηση από πλευράς θεσμικών επενδυτών. Πάντως, ασιατικές χώρες, όπως η Ταϊβάν και η Σιγκαπούρη, από τον Μάρτιο τοποθετούνται σε ομόλογα των ΗΠΑ.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ έχει πάρει την ανιούσα εξαιτίας των μέτρων στήριξης της οικονομίας και θα διογκωθεί περαιτέρω, καθώς το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα εκδώσει περισσότερο χρέος για να χρηματοδοτήσει την επόμενη δέσμη στήριξης.Το ερώτημα που προκύπτει, όμως, είναι ποιοι θα αγοράσουν τα νέα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου δεδομένου ότι η Κίνα, άλλοτε σημαντικότερος πιστωτής των ΗΠΑ, μειώνει την έκθεσή της στο αμερικανικό χρέος. Τους 12 μήνες μέχρι τα τέλη Αυγούστου το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ είχε εκτιναχθεί στα 3 τρισ. δολάρια. Είχε προηγηθεί η πρώτη δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση του οικονομικού αντίκτυπου της πανδημίας, που προσέθεσε 2 τρισ. δολάρια στο ήδη διογκωμένο έλλειμμα της υπερδύναμης.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι επίδοξοι πιστωτές των ΗΠΑ είναι τώρα ορισμένες ασιατικές χώρες, όπως η Ταϊβάν και η Σιγκαπούρη, που από τον Μάρτιο και μετά έχουν αυξήσει τα αμερικανικά ομόλογα στο χαρτοφυλάκιό τους.Μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο CNBC, ο Κρίστιαν Μι, ερευνητής και αναλυτής της εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων Schroders, τόνισε πως «η αμερικανική οικονομία αναρρώνει σταδιακά, αλλά το κόστος της πανδημίας εξακολουθεί να αυξάνεται». Οπως διευκρίνισε ο ίδιος, αν το Κογκρέσο εγκρίνει ακόμη μια δέσμη μέτρων πολλών τρισ. δολαρίων, σε συνδυασμό με τη μείωση των φορολογικών εσόδων θα οδηγήσει το έλλειμμα κοντά στο 20% του αμερικανικού ΑΕΠ.Οι ιδιώτες ξένοι επενδυτές εξακολουθούν να αγοράζουν ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, αλλά οι αγορές τους δεν επαρκούν για να αναπληρώσουν την αναιμική ζήτηση από την πλευρά των μεγάλων θεσμικών επενδυτών.Η Κίνα υπήρξε υπ’ αριθμόν ένα πιστωτής των ΗΠΑ, αλλά από τη στιγμή που κήρυξε εμπορικό πόλεμο εναντίον της ο Ντόναλντ Τραμπ, άρχισε να μειώνει την έκθεσή της στο αμερικανικό χρέος. Κατέληξε, έτσι, πριν από μερικούς μήνες να είναι δεύτερος πιστωτής των ΗΠΑ, με πρώτη την Ιαπωνία. Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης, τον Αύγουστο το Πεκίνο είχε στην κατοχή του ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου συνολικής αξίας 1,06 τρισ. δολαρίων. Το ύψος αυτού του χρέους είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο του 1,24 τρισ. δολαρίων που επί χρόνια είχε στην κατοχή του μέχρι τα τέλη του 2015.

Στο μεταξύ, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έχουν επιδεινωθεί περαιτέρω και ειδικότερα στο εμπορικό σκέλος τους. Φέτος, άλλωστε, η Ουάσιγκτον επέρριψε στο Πεκίνο την ευθύνη για τη μετάδοση της πανδημίας του κορωνοϊού σε όλον τον πλανήτη, οξύνοντας περισσότερο την ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες. Παράλληλα, κλιμακώθηκε ο μεταξύ τους επιθετικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Αμεση συνέπεια της κλιμάκωσης ήταν η επιλογή της Κίνας να περιορίσει την εξάρτησή της από το δολάριο και διαφοροποίησε τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα αγοράζοντας άλλα νομίσματα.Οπως επισημαίνει ο Αλαν Ρούσκιν, αναλυτής της Deutsche Bank, νέα παράμετρο στο θέμα των δημοσιονομικών των ΗΠΑ αποτελεί το πολιτικό στοιχείο, το γεγονός ότι η Κίνα δεν θέλει πλέον τόσο  μεγάλη αλληλεξάρτηση με τις ΗΠΑ. Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «η Κίνα μάλλον θα μεταβάλει τη σύνθεση των διαθεσίμων της αγοράζοντας  περιουσιακά στοιχεία ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ, αποφεύγοντας να προβεί σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών τίτλων για να μην τραβήξει την προσοχή».

Φέτος, άλλωστε, στο διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο η Κίνα τριπλασίασε τις αγορές ομολόγων της Ιαπωνίας και αυτή τη στιγμή κατέχει τον μεγαλύτερο όγκο ιαπωνικών ομολόγων εδώ και τρία χρόνια. Οπως τονίζει ο Αλαν Ρούσκιν, η κατάσταση σήμερα είναι πολύ διαφορετική σε σύγκριση με πριν από λίγα χρόνια. Το 2014, για παράδειγμα, η ανατίμηση του γουάν υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών εξαγωγών και η χώρα επλήγη όταν μειώθηκε η εξωτερική ζήτηση για τα προϊόντα της. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν τα έσοδά της και να αυξηθούν λιγότερο τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα. Ετσι, το Πεκίνο αγόρασε λιγότερα αμερικανικά ομόλογα.Δεδομένου, πάντως, ότι το δολάριο υποχωρεί τελευταία εν μέσω προεκλογικής αβεβαιότητας και εκτιμάται πως θα υποχωρήσει περαιτέρω, ορισμένοι αναλυτές προβλέπουν πως οι κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων αγορών θα αυξήσουν τις επενδύσεις τους σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία. Είναι πάγια τακτική των αναδυόμενων αγορών να παρεμβαίνουν για να αποτρέψουν την αποδυνάμωση του δολαρίου, ώστε να αποφύγουν μια εκτίναξη των δικών τους νομισμάτων που θα υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους.Σημειωτέον ότι πολλές από τις αναδυόμενες αγορές έχουν κατ’ εξοχήν εξαγωγικές οικονομίες. Ενας ακόμη πιστωτής των ΗΠΑ αναμένεται να είναι, άλλωστε, και η ομοσπονδιακή τράπεζα της υπερδύναμης, η Federal Reserve, που θα αυξήσει τις αγορές ομολόγων για να στηρίξει την οικονομία εν μέσω πανδημίας.