ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

O ρόλος του factoring στην ανάπτυξη των οικονομιών

Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το factoring όλο και περισσότερο, αξιοποιώντας τις εμπορικές απαιτήσεις τους τόσο από τις εγχώριες πωλήσεις τους όσο και από τις εξαγωγές τους. (Φωτ. REUTERS)

Το factoring (στην ελληνική γλώσσα Πρακτορεία Επιχειρηματικών Απαιτήσεων) είναι ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο που χρησιμοποιείται ευρέως από τις ελληνικές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια, με κύριο σκοπό τη βελτίωση της ρευστότητάς τους, καθώς παρέχει άμεση χρηματοδότηση η οποία σχετίζεται με τις πωλήσεις που πραγματοποιεί μια επιχείρηση.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο συγκεκριμένος θεσμός έχει γνωρίσει σημαντική ανάπτυξη λόγω του ότι αφενός παράγει σημαντικά οφέλη για τις επιχειρήσεις και, αφετέρου, επειδή αποτελεί μια σχετικά ασφαλή μορφή χρηματοδότησης για τις τράπεζες ή τις επιχειρήσεις που παρέχουν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες. To factoring είναι ένα προϊόν που συναντάται κυρίως στην Ευρώπη (ποσοστό 65% της παγκόσμιας αγοράς), αν και σε ορισμένα κράτη χρησιμοποιούνται και άλλες ονομασίες, όπως για παράδειγμα στη Μ. Βρετανία, όπου είναι πιο συχνή η χρήση άλλων όρων με παρεμφερή σημασία και κοινό πάντα παρονομαστή τη χρηματοδότηση εμπορικών απαιτήσεων (π.χ. receivables finance, invoice diacounting, commercial finance κ.ά.).

Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου θεσμού τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο είναι σημαντική. Πιο συγκεκριμένα, την περίοδο 2010-2019 παρατηρήθηκε αύξηση της τάξεως του 77% περίπου, γεγονός που πιστοποιεί ότι οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό εργαλείο όλο και περισσότερο, αξιοποιώντας τις εμπορικές τους απαιτήσεις τόσο από τις εγχώριες πωλήσεις τους όσο και από τις εξαγωγές τους.

Ιδιαίτερα όσον αφορά το διεθνές εμπόριο, η διάχυση της επιχειρηματικής πληροφόρησης λόγω της χρήσης του Διαδικτύου και ο αυξημένος ρόλος των εταιρειών ασφάλισης εμπορικών πιστώσεων, έχουν οδηγήσει στον σημαντικό περιορισμό της χρήσης παραδοσιακών τραπεζικών εργαλείων για την εξασφάλιση μιας εξαγωγής (π.χ. ενέγγυες πιστώσεις, εγγυητικές επιστολές κ.λπ.). Αυτός είναι ο λόγος, άλλωστε, για τον οποίον οι μεγάλες τράπεζες, βλέποντας τα έσοδα από τις συγκεκριμένες δραστηριότητες να περιορίζονται, ενισχύουν εντατικά τα τμήματα ή τις θυγατρικές εταιρείες factoring.

Οπως προαναφέρθηκε, η Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη γεωγραφικά αγορά του factoring. Σύμφωνα με στοιχεία του ΕU Federation (το ευρωπαϊκό όργανο του θεσμού με μέλη τις εθνικές ενώσεις Factoring των χωρών-μελών της Ε.Ε), η διείσδυση του factoring στο ΑΕΠ των ευρωπαϊκών χωρών υπερέβη το 11%, πιστοποιώντας την ευρεία χρήση των υπηρεσιών από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, περίπου 200.000 επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τη λύση του factoring για την ενίσχυση της ρευστότητάς τους. Στην Ευρώπη εκτιμάται ότι δραστηριοποιούνται περίπου 640 τράπεζες ή εξειδικευμένες εταιρείες στην παροχή υπηρεσιών factoring.

Στη χώρα μας η διείσδυση του factoring επί του ΑΕΠ ανέρχεται σε 8% περίπου, ενώ εκτιμάται ότι υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης. Το 2019 η αγορά κυμάνθηκε περίπου στα 15 δισ. ευρώ και στο τέλος του 2019 οι συνολικές χρηματοδοτήσεις είχαν υπόλοιπα 2 δισ. ευρώ περίπου. Παρά το γεγονός ότι σε εθνικό επίπεδο οι εμπορικές πιστώσεις έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο και θα ανέμενε κανείς να έχουμε σημαντικά μεγάλη χρήση του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού εργαλείου, ωστόσο ο θεσμός των μεταχρονολογημένων επιταγών και η χρήση τους ως συναλλακτικό μέσο (το οποίο παρέχει εσφαλμένα στον πωλητή αίσθημα ασφάλειας έναντι του πιστωτικού κινδύνου του αγοραστή), αλλά και ως μέσο άντλησης ρευστότητας, αναστέλλει σε σημαντικό βαθμό τις προοπτικές ανάπτυξης. Μέσω του factoring οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να αντλούν άμεσα ρευστότητα με βάση τις πωλήσεις που πραγματοποιούν σε αξιόχρεο πελατολόγιο και, ανάλογα με τη συμφωνία που συνάπτουν με την τράπεζα ή την εταιρεία factoring, να ασφαλίζονται για τον κίνδυνο μη πληρωμής από τους πελάτες τους. Το σημαντικό πλεονέκτημα του factoring είναι ότι στην καθημερινή του λειτουργία είναι απλό, ευέλικτο και γρήγορο. Οι επιχειρήσεις συνάπτουν μια γενική σύμβαση στην οποία εντάσσονται οι απαιτήσεις των πελατών τους που συμφωνούνται με την εταιρεία factoring και, στη συνέχεια, ανάλογα με τις πωλήσεις τους, έχουν τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίου κίνησης. Η ανταλλαγή στοιχείων απαιτήσεων (τιμολογίων, πιστωτικών τιμολογίων κ.λπ.) γίνεται συνήθως με ηλεκτρονικό τρόπο, όπως άλλωστε γίνεται και η μεταφορά κεφαλαίων, από την εταιρεία Factoring προς την επιχείρηση, καθώς και των αγοραστών προς την εταιρεία factoring).

Στην Ελλάδα το 97% περίπου της αγοράς ελέγχεται από τις λεγόμενες «συστημικές» εταιρείες factoring, δηλαδή τις θυγατρικές εταιρείες factoring των συστημικών τραπεζών. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνεισφορά των συγκεκριμένων εταιρειών κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης που ταλάνισε τη χώρα μας, περίοδο κατά την οποία, παρά την κατά διαστήματα συρρίκνωση των τραπεζικών πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις, οι εταιρείες factoring επέκτειναν τις χρηματοδοτήσεις τους και διεύρυναν την παρουσία τους. Το σημαντικότερο, ωστόσο, επίτευγμα ήταν το χαμηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, δηλαδή η μη επιβάρυνση των ήδη ταλαιπωρημένων ισολογισμών των μητρικών τραπεζών με «κόκκινα λόγω factoring δάνεια». Η συγκεκριμένη επίδοση, σε συνδυασμό με την υγιή χρηματοοικονομική διάρθρωση των εταιρειών factoring, προσείλκυσε το ενδιαφέρον τόσο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD), όσο και της Παρευξείνιας Τράπεζας (Black Sea Trade και Development Bank), οι οποίες και προχώρησαν πρόσφατα σε χρηματοδοτήσεις προς αυτές, πιστοποιώντας την εμπιστοσύνη διεθνών θεσμικών οργανισμών στην ελληνική αγορά του factoring και τους κύριους συντελεστές της.

Η σημασία της ανάπτυξης του θεσμού για την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας είναι τεράστια. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου ο βασικός κορμός της οικονομίας αποτελείται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ενίσχυση της ρευστότητας αυτών μέσω factoring είναι καταλυτικής σημασίας. Και αυτό, διότι σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία αποτελούνται κυρίως από παγιοποιήσεις (εργοστάσια, εξειδικευμένο μηχανολογικό εξοπλισμό κ.λπ.), στις μικρομεσαίες εταιρείες το πιο πολύτιμο στοιχείο του ενεργητικού τους είναι οι εμπορικές απαιτήσεις τους, ενώ η ποιότητα αυτών συχνά αποτελεί και το διαβατήριο για την εξασφάλιση της ρευστότητας που χρειάζονται για να αναπτυχθούν.

Σε διεθνές επίπεδο, η ανάπτυξη του θεσμού σχετίζεται με την επέκταση σε δύο όμορους χώρους, αυτούς της ασφάλισης πιστώσεων και της χρηματοδότησης της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ετσι, ενώ μέσω factoring επιτυγχάνεται η χρηματοδότηση των εμπορικών απαιτήσεων και μέσω ασφάλισης πιστώσεων η κάλυψη του κινδύνου μη πληρωμής, ο συνδυασμός των συγκεκριμένων υπηρεσιών επιφέρει πολλαπλασιαστικά οφέλη. Αλλά και η επέκταση του factoring από το μέρος των εμπορικών απαιτήσεων σε αυτό των εμπορικών υποχρεώσεων και η καλύτερη αξιοποίηση των ροών με σκοπό την ομαλοποίηση των αναγκών ρευστότητας και την ισχυροποίηση των συναλλακτικών δεσμών είτε με πελάτες είτε με προμηθευτές, αποτελεί έναν τομέα στον οποίο επενδύουν οι τραπεζικοί όμιλοι στο εξωτερικό αλλά και τη χώρα μας (η χρηματοοικονομική αξιοποίηση των εμπορικών υποχρεώσεων μιας επιχείρησης συγκαταλέγεται στις πρακτικές που διεθνώς ονομάζονται ως Reverse Factoring ή Supply Chain Finance).

Οπως οι περισσότεροι κλάδοι της οικονομικής δραστηριότητας, έτσι και το factoring, δεν έμεινε ανεπηρέαστο από την τρέχουσα πανδημία, παρόλο που οι επιπτώσεις φαίνεται να είναι ηπιότερες από αυτές στο σύνολο των οικονομιών των κρατών της Ε.Ε. Ετσι το α΄ εξάμηνο του 2020 η ευρωπαϊκή αγορά factoring συρρικνώθηκε κατά 6% περίπου, όταν οι οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. μείωσαν το μέγεθός τους κατά 6,5% περίπου (στην Ελλάδα η μείωση των εργασιών factoring για το α΄ εξάμηνο ανήλθε σε 5%). Αξιοσημείωτη είναι, ωστόσο, η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, στο πλαίσιο των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, για ένταξη του factoring στα χρηματοοικονομικά εργαλεία για τα οποία η ίδια παρέχει την εγγύησή της υπέρ εταιρειών που θα κάνουν χρήση των συγκεκριμένων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό, επεκτείνεται (πέραν της στενής περιμέτρου των τραπεζικών δανείων μόνο) το εύρος των χρηματοοικονομικών εργαλείων από τα οποία επωφελούνται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, καθώς πλέον και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αναγνωρίζουν την υψηλή σημασία του factoring για την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών οικονομιών.

* Ο κ. Αλέξανδρος Κοντόπουλος είναι διευθύνων σύμβουλος της «Εθνική Factors A.E.» (θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας) και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνικής Ενωσης Factoring (www.hellenicfactors.gr).