ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε διεθνές κέντρο εμπορίας ρύπων επιχειρεί να μετατραπεί το City

Σε διεθνές κέντρο εμπορίας ρύπων επιχειρεί να μετατραπεί το City

Καθώς το City του Λονδίνου φαίνεται πως δεν μπορεί πλέον να παραμείνει διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, επιχειρεί να μετατραπεί σε διεθνές κέντρο εμπορίας ρύπων, δικαιωμάτων ρύπανσης και διαφόρων παραγώγων αυτού του είδους. Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, η Βρετανία θεωρεί πως είναι η ιδεώδης συγκυρία για να προωθήσει αυτήν τη χρηματοπιστωτική καινοτομία, που, άλλωστε, μπορεί να σώσει τον κόσμο.

Στο πλαίσιο του προγράμματος της κυβέρνησης Μπόρις Τζόνσον για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η χώρα εξετάζει την προοπτική να δημιουργήσει στο Λονδίνο μια διεθνή αγορά αντισταθμιστικών για την  κατανάλωση άνθρακα, πιστώσεων δικαιώματος κατανάλωσης άνθρακα και παραγώγων σχετικών με τις επενδύσεις σε σχέδια μείωσης των εκπομπών καυσαερίων.

Οπως τονίζει το Bloomberg, εκ πρώτης όψεως το σχέδιο φαντάζει ευγενές. Σε περίπτωση εφαρμογής του, θα μπορεί κανείς να μειώνει τις εκπομπές καυσαερίων για τις οποίες ευθύνεται, όπως για παράδειγμα επειδή χρησιμοποιεί βενζίνη στο αυτοκίνητό του, αγοράζοντας ένα αντισταθμιστικό για τη μόλυνση που έχει προκαλέσει. Είναι, πάντως, πρόωρο να στοιχηματίσει κάποιος πως θα πάει καλά αυτό το ουτοπικό σχέδιο.

Εχουν προηγηθεί αλλεπάλληλες προσπάθειες στη χώρα να δοθεί ώθηση στην εμπορία δικαιωμάτων κατανάλωσης άνθρακα. Απέτυχαν, όμως, ελλείψει σαφούς πολιτικής της κυβέρνησης. Επιχειρήσεις που καταβάλλουν προσπάθειες να μειώσουν το αποτύπωμα άνθρακα θα μπορούσαν σίγουρα να το κάνουν εάν είχαν πρόσβαση σε μια ευρύτερη δεξαμενή πιστώσεων, που θα μπορούν να αγοράσουν για να καλύψουν τις απαιτήσεις των όλο και πιο ευαισθητοποιημένων στην κλιματική αλλαγή επενδυτών. Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, ανακοίνωσε ότι η χώρα του αποσκοπεί σε μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα μέχρι το 2060 και ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, έχει θέσει αντίστοιχο στόχο για το 2050. Αυτές οι δύο πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην κυοφορούμενη αυτή αγορά που σχεδιάζει το Λονδίνο.

Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Μαρκ Κάρνεϊ, που τώρα είναι ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, εκτιμά πως μια αγορά αντισταθμιστικών άνθρακα πρέπει να έχει αξία «δεκάδων ή και εκατοντάδων δισ. δολαρίων», πολλαπλάσια δηλαδή της σημερινής, που δεν υπερβαίνει τα 300 εκατ. δολάρια. Και ο Μπόρις Τζόνσον εποφθαλμιά την ακόμη κυοφορούμενη αγορά, καθώς θέλει έναν κεντρικό ρόλο για το City του Λονδίνου με απώτερο στόχο να εξισορροπήσει όσες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θα χάσει εξαιτίας της απόσχισης της χώρας από την Ε.Ε.

Αλλά δεν είναι μόνον το Λονδίνο που προσβλέπει σε τέτοιο ρόλο. Τον διεκδικούν και άλλοι, και μάλιστα οι πρώην εταίροι του στις Βρυξέλλες. Η Κομισιόν αναθεωρεί όλο το σχήμα εμπορίας δικαιωμάτων ρύπανσης που ισχύει στην Ε.Ε. και μέχρι στιγμής είναι η μεγαλύτερη αγορά του είδους. Τα προθεσμιακά συμβόλαια δικαιωμάτων ρύπανσης είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην πλατφόρμα εμπορευμάτων ICE. Η τιμή τους έχει ανακάμψει αισθητά μετά την πτώση που σημείωσε όταν ανεστάλη η οικονομική δραστηριότητα με το πρώτο κύμα της πανδημίας.

Το Λονδίνο, ωστόσο, έχει μεγάλη ιστορία στην καινοτομία στον τομέα των χρηματοπιστωτικών, μια μεγάλη δεξαμενή ταλέντων και ισχυρή ηγετική θέση στην αγορά των swaps, που ανέρχεται σε τρισ. δολάρια. Είναι λογικό να αποτελέσει την έδρα ενός τέτοιου εμπορίου πιστώσεων άνθρακα και των σχετικών παράγωγων, προθεσμιακών συμβολαίων κ.λπ. που οι επιχειρήσεις θα επιδιώξουν να προσαρμόσουν στις ανάγκες τους εάν και εφόσον, βέβαια, υλοποιηθεί μια τέτοια αγορά.

Δυστυχώς, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι πως θα δημιουργηθεί μια τέτοια αγορά. Πρώτον, οι εκπομπές καυσαερίων θα πρέπει να έχουν πολύ υψηλότερη διεθνή τιμή προκειμένου να λειτουργεί αυτή η αγορά. Η τρέχουσα τιμή, κατά μέσον όρο 3 δολάρια ανά μετρικό τόνο, είναι τόσο χαμηλή επειδή υπάρχει αφθονία αντίστοιχων πιστώσεων από πολλές χώρες και σωρός εξαιρέσεων για όσους ρυπαίνουν. Η τιμή αυτή πρέπει να φτάσει τα 75 με 100 δολάρια. Ακόμη κι έτσι, όμως, θα υπήρχαν πολλά πρακτικά εμπόδια στη δημιουργία μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής αγοράς άνθρακα. Δεν υπάρχουν διεθνώς αποδεκτές προδιαγραφές και αρχές, ούτε διαφάνεια στη σχετική αγορά.