ΑΠΟΨΗ

Η αμφισβήτηση του ρόλου του τουρισμού στην οικονομία

i-amfisvitisi-toy-roloy-toy-toyrismoy-stin-oikonomia-561169270

Η περίοδος της πανδημίας της COVID-19 αποτέλεσε αφορμή για μία σημαντική σε αριθμό αρθρογραφία σε εφημερίδες και στον ηλεκτρονικό Τύπο (περίοδος Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2020) με κεντρικό πυρήνα την άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση της σημασίας του τουρισμού στην εθνική οικονομία. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αρθρογραφία αναμφίβολα «έπαιξαν» τόσο η δημοσίευση της έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη όσο και η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ενωση του σημαντικού πακέτου ενίσχυσης της Ελλάδας (όπως και άλλων ευρωπαϊκών χωρών) λόγω των προβλημάτων τα οποία δημιουργήθηκαν από τον COVID-19.

Στόχος αυτού του άρθρου είναι να υπάρξει ένας αντίλογος με ορισμένες επισημάνσεις για ζητήματα τα οποία πιθανόν δεν είναι γνωστά ή δεν είναι όσο πρέπει γνωστά ακόμη και σε έγκριτους συναδέλφους εμπειρογνώμονες στον χώρο της οικονομίας και της ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα όμως είναι ότι δημιουργούνται τελικά λάθος εντυπώσεις τόσο για τον ρόλο όσο και την συμβολή του τουρισμού έως τώρα όσο και μελλοντικά. Επισημαίνεται αρχικά ότι στο σύνολο αυτής της αρθρογραφίας (πρόσφατα ενδιαφέροντα παραδείγματα τα άρθρα των Χριστοδουλάκη και Ιακωβίδη στο «Βήμα» και την «Καθημερινή» αντίστοιχα).

Η «κριτική» επικεντρώνεται στα εξής ζητήματα:

– Το μονοκαλλιεργητικό και εξαρτησιακό πρότυπο ανάπτυξης του τουρισμού της μεταπολεμικής περιόδου και οι επιπτώσεις του κυρίως στο περιβάλλον.

– Τη δυνατότητα του τομέα να ανταποκρίνεται με επιτυχία σε κρίσεις.

– Τη χαμηλή ανταγωνιστικότητά του αναφορικά με άλλους (βιομηχανία, αγροτικό τομέα, τεχνολογία, κ.λπ.) τομείς της οικονομίας.

Ενας πρώτος αντίλογος αναφορικά με τα παραπάνω ζητήματα είναι ο εξής:

Το πρότυπο της μονοκαλλιέργειας είναι ακόμη ισχυρό αλλά την τελευταία ιδιαίτερα εικοσαετία χαρακτηρίζεται και από μία ουσιαστική στροφή σε βιώσιμες πρακτικές σε πλήθος προορισμούς της χώρας και σε παράλληλη επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Το γεγονός αυτό διαμορφώνει ένα πρότυπο σαφώς πιο σύνθετο, ανταγωνιστικό και βιώσιμο αναφορικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αλλά και τα εξαρτησιακά χαρακτηριστικά του.

Επιπλέον είναι πάρα πολλοί πλέον προορισμοί της χώρας οι οποίοι διαθέτουν πόρους, υπηρεσίες και υποδομές για ειδικό τουρισμό (οικοτουρισμό, πολιτιστικό, αθλητικό, αστικό, αγροτουρισμό, ευεξίας κ.λπ.), κάτι που συμβάλλει μόνο θετικά στην ποιοτική αναβάθμιση και την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Κάθε αναφορά στην αντοχή αυτής της κρίσης του τουρισμού με επίκληση της περίπτωσης του COVID-19 είναι λάθος. Η περίπτωση του COVID-19 έχει προς το παρόν μοναδικά χαρακτηριστικά τα οποία συγκρίνονται πλέον μόνο με αυτά του κραχ του ’29. Ο διεθνής τουρισμός αντίθετα άντεξε με εντυπωσιακό τρόπο όλες τις προηγούμενες κρίσεις Sars, τσουνάμι, τρομοκρατία και η περίοδος της ανάκαμψης ήταν εντυπωσιακή γρήγορη (1 έως 2 χρόνια). Σε κάθε περίπτωση, ο τουρισμός και οι αερομεταφορές προφανώς έχουν πληγεί περισσότερο, η ανεργία όμως αφορά πληθώρα κλάδων του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα της παγκόσμιας οικονομίας.

Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας με άλλους κλάδους της εθνικής οικονομίας είναι προφανές ότι δεν ισχύει, διότι μόνο ο τουρισμός και η ναυτιλία είχαν παρόμοια ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά ως τομείς την περίοδο μετά τον πόλεμο. Πρόσθετα, θα ήταν χρήσιμο να επισημανθεί ότι μόνο ο τουρισμός συμβάλει με τόσο σημαντικές πολλαπλασιαστικές (εισόδημα και απασχόληση) επιδράσεις στην ενίσχυση πολλών άλλων κλάδων της εθνικής οικονομίας (εμπόριο, οικοδομή αγροκτηνοτροφία, μεταφορές). Υπάρχει άραγε κάποιο παρόμοιο ιστορικό δεδομένο αυτής της έκτασης για τον βιομηχανικό ή τον αγροτικό τομέα της χώρας;

Θα πρέπει άρα κατά την άποψή μου –και εφόσον στη συζήτηση αυτή εμπλέκονται και οι αναγκαίες επενδυτικές/αναπτυξιακές προτεραιότητες της χώρας με βάση το «πακέτο» χρηματοδότησης της Ε.Ε. και τις προτάσεις της επιτροπής Πισσαρίδη– να υπάρξει μία συζήτηση αναφορικά με τα δεδομένα και τα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζει ο κάθε τομέας και οικονομίας της χώρας στο σύνολό της. Σε μια τέτοια συζήτηση και αναφορικά με τον τουριστικό τομέα θα πρέπει να υπογραμμισθούν τα εξής:

Ο ελληνικός τουριστικός τομέας διαθέτει πόρους, υπηρεσίες και υποδομές εξαιρετικά ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο και η χώρα θα έχει ξανά, σε ορίζοντα μιας διετίας, μία εξαιρετικά δυναμική ζήτηση από το εξωτερικό και το εσωτερικό. Ο πολιτισμός, το περιβάλλον, η Ιστορία, οι υποδομές για τουρισμό διακοπών, η πληθώρα των υποδομών και υπηρεσιών για ειδικά και εναλλακτικά προϊόντα που διαθέτει η χώρα και ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλία των χαρακτηριστικών των τουριστικών προορισμών, το πολυσχιδές σύστημα τουριστικής εκπαίδευσης συγκροτούν ένα σύνθετο, ανθεκτικό και πολύ ανταγωνιστικό προϊόν παγκοσμίως.

Η διερεύνηση της λειτουργίας των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων του τουρισμού  αναδεικνύει την εξαιρετικά δυναμική ανταγωνιστική θέση του ανάμεσα σε τουριστικούς πολλαπλασιαστές άλλων χωρών όσο και σε κλαδικούς πολλαπλασιαστές π.χ. της βιομηχανίας, της γεωργίας οι οποίοι δεν έχουν τις επιδόσεις του. Ο μοναδικός κλασικός πολλαπλασιαστής ο οποίος πλησιάζει τις επιδόσεις του τουρισμού είναι αυτός του πολιτισμού…

Κανείς άλλος κλάδος ή τομέας της ελληνικής οικονομίας δεν δημιούργησε ποτέ τόσες θέσεις απασχόλησης αλλά και επιχειρηματικές δραστηριότητες στη χώρα μας. Δεν αναφέρομαι μόνο στην άμεση και έμμεση απασχόληση στον τομέα αλλά και στη δημιουργία πρόσθετης προσόδου και σημαντικών εισοδημάτων από αυτόν σε περιφερειακό επίπεδο. Αναφέρομαι επίσης στην εντυπωσιακή επαγγελματική κινητικότητα σε αυτόν, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα πλήθος μικρομεσαίων –και όχι μόνο– επιτυχημένων επιχειρηματιών με οικογενειακές τουριστικές επιχειρήσεις σε πολλά και διαφορετικά πεδία της λειτουργίας του τουρισμού και σε μεγάλο αριθμό γεωγραφικών περιφερειών πλέον.

Ο τουρισμός συνέβαλε ουσιαστικά μεταπολεμικά στην ανάσχεση της μετανάστευσης της περιόδου 1950-1970 και κατόπιν συνέβαλε και συνεχίζει να συμβάλει και στην εντυπωσιακή ανάπτυξη σε εισοδήματα και απασχόληση πληθώρας νομών και περιφερειών της χώρας με τεράστιο αριθμό τουριστικών προορισμών. Αυτό δεν έγινε τυχαία και δεν οφείλεται προφανώς μόνο στον «ήλιο και στη θάλασσα», αλλά ήταν πολυπαραγοντικό αποτέλεσμα εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών, επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, πολιτικής τουριστικών προορισμών, πολύχρονης τεχνογνωσίας και ποιοτικού ανθρώπινου δυναμικού. Ηταν όμως κυρίως το αποτέλεσμα μιας πολύχρονης και συχνά χωρίς θεσμική ή πολιτική στήριξη συγκρότησης (από τους εμπλεκόμενους stakeholders, επιχειρηματίες, OTA, εμπειρογνώμονες, κατοίκους τουριστικών περιοχών) του τομέα, ενός πολυσύνθετου τουριστικού προϊόντος (στο οποίο αναφέρθηκα στο Ι) και το οποίο έφτασε το 2019 να αφορά μία αγορά συνολικά 45 εκατομμυρίων καταναλωτών (Ελληνες και τουρίστες).

Τέλος, η μακροχρόνια διερεύνηση των χαρακτηριστικών της ζήτησης για τον τουρισμό και τουριστικά ταξίδια έχει αποδείξει ότι αυτή η ζήτηση δεν καθορίζεται σε περιπτώσεις όπως αυτής του ελληνικού τουριστικού προϊόντος από τυχαιότητες ή συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών. Αντίθετα στην περίπτωση της χώρας μας εδράζεται σε ένα ισχυρό κοινωνικό και καταναλωτικό πρότυπο, είναι ιδιαίτερα σταθερή και διαθέτει υψηλό ποσοστό επαναληπτικών (repeaters) τουριστών/πελατών, ενώ έχει υψηλότατα ποσοστά καταναλωτών διεθνώς, οι οποίοι δεν έχουν έρθει και δηλώνουν ότι θέλουν να επισκεφθούν τη χώρα οπωσδήποτε. Οι σκληρές επιπτώσεις της πανδημίας άρα μπορεί να μείωσαν δραματικά αυτή τη ζήτηση παγκοσμίως, και στην Ελλάδα, αλλά όλες οι μελέτες δείχνουν ότι η μετά COVID περίοδος θα ενισχύσει περιπτώσεις χωρών και προορισμών με ποιοτικούς τουριστικούς πόρους όπως η χώρα μας.

Το ζήτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να έχει καλύτερες επιδόσεις στη βιομηχανία, στην παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων ή ακόμη να δώσει σημασία στην ενέργεια και στην ενίσχυση της τεχνολογίας. Ολα τα παραπάνω είναι μόνο θετικά και προφανώς ευκταία αλλά θα πρέπει να τεκμηριωθεί με ποιους τρόπους και ποιους όρους οι παραπάνω επιλογές θα είναι μακροχρόνια σταθερές και ανταγωνιστικές στο διεθνές επίπεδο. Ο τουρισμός αντίθετα έχει ήδη αποδείξει με συγκεκριμένα αποτελέσματα και υπό αντίξοες πολιτικές και θεσμικές συνθήκες ότι μπορεί να είναι και ανταγωνιστικός και αναπτυξιακά δυναμικός τομέας της οικονομίας.

Δεν θα πρέπει όμως με πρόσχημα τα περιβαλλοντικά προβλήματα ή τα ζητήματα του υπερτουρισμού σε συγκεκριμένους προορισμούς τα οποία είναι θέματα που απαιτούν απλά αλλαγές στον σχεδιασμό και στη διαχείριση (μία συστηματικότερη πολιτική για τη βιωσιμότητα) και σωστότερη διαχείριση, να υποτιμάται –όχι για πρώτη φορά– η πραγματική συμβολή του τομέα και τώρα και στο μέλλον στην εθνική οικονομία. Οι επιπτώσεις της πανδημίας θα πρέπει να αναλυθούν σωστά και όχι μέσα σε ένα κλίμα βραχυπρόθεσμου πανικού το οποίο θα οδηγήσει σε λάθος επενδυτικές ή αναπτυξιακές επιλογές για το μέλλον της χώρας

Σε αυτό το πλαίσιο είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρξει ένας διάλογος με στοιχεία και δεδομένα για τις κυρίαρχες τομεακές και κλαδικές επιλογές της εθνικής οικονομίας την επόμενη ημέρα.

* Ο κ. Πάρις Α. Τσάρτας είναι καθηγητής Τουριστικής Ανάπτυξης στο τμήμα Οικιακής Οικονομίας και Οικολογίας της Σχολής Περιβάλλοντος, Γεωγραφίας και Εφαρμοσμένων Οικονομικών του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.