ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Νέες επιχειρήσεις με παλιά συνταγή

nees-epicheiriseis-me-palia-syntagi-561206377

Αρκετά περισσότεροι σε σύγκριση με το 2018 αποφάσισαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο επιχειρείν το 2019, κάτι που συνδέεται με την αναπτυξιακή τροχιά στην οποία είχε εισέλθει η χώρα και η οποία ανακόπηκε από την πανδημία, αλλά και με το γεγονός ότι πολλοί είναι αυτοί που αναζητούν τρόπο απόκτησης μεγαλύτερου εισοδήματος. Το εύρημα αυτό περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση επιχειρηματικότητας 2019-2020, την οποία παρουσίασε χθες το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Το ζήτημα, βεβαίως, είναι όχι μόνο εάν η πανδημία θα ανακόψει την πορεία αυτή σε ό,τι αφορά το επιχειρείν, αλλά εάν θα επηρεάσει και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της νέας επιχειρηματικότητας, προκαλώντας προβλήματα, δημιουργώντας όμως και ευκαιρίες λόγω των νέων αναγκών που προέκυψαν από τον κορωνοϊό.

Το τελευταίο ίσως αποδειχθεί καθοριστικό, καθώς και το 2019, προ πανδημίας δηλαδή, φάνηκε ότι τα νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα εν πολλοίς ανακυκλώνουν το παλιό παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας: τα περισσότερα εξ αυτών (42,1%) ήταν στον κλάδο του εμπορίου (λιανικό και χονδρικό), ενώ μόλις 4,4% των εγχειρημάτων χαρακτηρίζονται μέτριας ή υψηλής τεχνολογικής έντασης.

Σε ό,τι αφορά την επίδραση της πανδημίας, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας επεσήμανε ότι τα πρώτα στοιχεία δεν δείχνουν να ανακόπτεται το 2020 η ανοδική δυναμική των νέων επιχειρήσεων, τονίζοντας ότι καθοριστικοί παράγοντες είναι ο τρόπος υλοποίησης του σχεδίου ανάκαμψης καθώς και οι αποφάσεις της Ε.Ε. για την επαναφορά των δημοσιονομικών κανόνων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση την οποία παρουσίασε ο κ. Αγγελος Τσακανίκας, επιστημονικός υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ και αναπληρωτής καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που εντάχθηκε το 2019 στα αρχικά στάδια επιχειρηματικής δραστηριότητας έφτασε το 8,2% (περίπου 536.000 άτομα) από 6,4% (418.000 άτομα) το 2018. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες διαχρονικά επιδόσεις της χώρας, παρόλο που κινείται χαμηλότερα του μέσου όρου των λεγόμενων χωρών υψηλού εισοδήματος που γνώρισε επίσης αύξηση το 2019 (12,3% από 10,1% το 2018). Σχεδόν το 44% (από 37% το 2018) των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων ξεκίνησαν όντως το 2019 μια νέα επιχείρηση την οποία λειτουργούσαν τουλάχιστον για τρεις μήνες κατά τη στιγμή της έρευνας (νέοι επιχειρηματίες), με τους υπόλοιπους –τους επίδοξους επιχειρηματίες– να βρίσκονται ακόμα στη φάση της προετοιμασίας.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, στην τελευταία έκθεση εισάγεται ένας νέος τρόπος αξιολόγησης του κινήτρου έναρξης μιας επιχείρησης, πιο περιγραφικός, και όχι το γνωστό δίπολο της επιχειρηματικότητας ευκαιρίας και της επιχειρηματικότητας ανάγκης, καθώς όπως επισημαίνουν οι ερευνητές συχνά τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Αυτό που διαπιστώθηκε είναι ότι και το 2019, αν και το 32% των νέων επιχειρηματιών αρχικών σταδίων ξεκίνησε με σκοπό να «κάνει τη διαφορά» με την υλοποίηση του νέου εγχειρήματος, βασικό κίνητρο παραμένει η απόκτηση μεγαλύτερου εισοδήματος. Ειδικά στις γυναίκες, πρωτεύον κίνητρο είναι ο βιοπορισμός.

Συγγενείς και φίλοι παραμένουν σημαντικοί χρηματοδότες των νέων εγχειρημάτων, αν και σε χαμηλότερο ποσοστό σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση, 5% των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών (δηλαδή περίπου 325.000 άτομα) διαδραμάτισαν ρόλο άτυπου επενδυτή σε ένα νέο επιχειρηματικό εγχείρημα. Το 66% των άτυπων επενδυτών, έναντι 75% το 2018, προέρχεται από το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον του νέου επιχειρηματία.

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα αναπτύχθηκαν το 2019 περισσότερες νέες επιχειρήσεις δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι αυτές θα έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία. Με άλλα λόγια «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Πέρα από το πολύ χαμηλό ποσοστό νέων επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογικής έντασης, είναι χαμηλό το ποσοστό, 15,3%, των προϊόντων και διαδικασιών που μπορούν να θεωρηθούν καινοτόμες.

Η απουσία καινοτομίας επηρεάζει φυσικά και τη δυνατότητα των νέων επιχειρήσεων να κατακτήσουν τις ξένες αγορές. Το 69,6% των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων δηλώνει ότι απευθύνεται αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά. 

Οι ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές ούτε για την απασχόληση. Μόλις το 19,3% των επιχειρηματιών εκτιμούν ότι θα δημιουργήσουν την επόμενη πενταετία τουλάχιστον πέντε θέσεις εργασίας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στις χώρες υψηλού εισοδήματος είναι 33%.