ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

To City έμεινε εκτός συμφωνίας Ε.Ε. – Βρετανίας

Δεν καθορίστηκε η πρόσβαση που θα έχει στην ευρωπαϊκή αγορά ο χρηματοπιστωτικός κλάδος της

To City έμεινε εκτός συμφωνίας Ε.Ε. – Βρετανίας

Ακόμη κι αν είναι υπερβολικό να πει κανείς «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν», όπως συχνά λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις, η εμπορική συμφωνία που διασφάλισε η Βρετανία την τελευταία στιγμή και έπειτα από σχοινοτενείς διαπραγματεύσεις ετών με τους πρώην εταίρους της στην Ε.Ε., είναι από ελλιπής έως απογοητευτική για την κυβέρνηση Μπόρις Τζόνσον, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το σημαντικότερο διακύβευμα για το Λονδίνο: τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, που αποτελεί το σημαντικότερο και πλέον ζωτικό τμήμα της βρετανικής οικονομίας.

Μολονότι έκλεισε και ανακοινώθηκε τα Χριστούγεννα, το Λονδίνο θα χρειαστεί να περιμένει μετά την 1η Ιανουαρίου για να δει τι είδους πρόσβαση θα έχει εφεξής στην ευρωπαϊκή αγορά ο χρηματοπιστωτικός του κλάδος. Η κυβέρνηση Μπόρις Τζόνσον δεν έχει κρύψει τη φιλοδοξία της να απελευθερώσει τον χρηματοπιστωτικό κλάδο της Βρετανίας από τις ρυθμίσεις της Ε.Ε. και να διεκδικήσει νέα θέση και ρόλο στη διεθνή σκηνή.

Το ατελές της συμφωνίας, που σίγουρα δεν ικανοποιεί το City του Λονδίνου και αφήνει τη βρετανική βιομηχανία χρηματοπιστωτικών να ελπίζει σε κάποια μελλοντική συνεργασία με την Ε.Ε., αναγκάστηκε να ομολογήσει ο επηρμένος πρωθυπουργός της Βρετανίας. Μιλώντας στην εφημερίδα Sunday Telegraph, ομολόγησε πως η συμφωνία, έκτασης 1.200 σελίδων, «ίσως δεν επεκτείνεται μέχρι εκεί που θα θέλαμε εμείς» σε ό,τι αφορά τον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Την ίδια ημέρα ο υπουργός Οικονομικών Ρίσι Σουνάκ υποσχέθηκε ότι το Λονδίνο θα επιδιώξει «να κάνει τα πράγματα κάπως διαφορετικά» σε ό,τι αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, από τη στιγμή που δεν αποτελεί πλέον μέρος της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

Από την πλευρά της, όμως, η Κομισιόν έχει καταστήσει σαφές πως η πρόσβαση της βρετανικής βιομηχανίας χρηματοπιστωτικών θα εξαρτηθεί από το πόσο θα αποκλίνει η Βρετανία  από το ρυθμιστικό πλαίσιο της Ε.Ε. Εν ολίγοις, η Βρετανία θα πρέπει να διευκρινίσει πόσο και με τι τρόπο θα αποκλίνει από το ρυθμιστικό πλαίσιο της Ε.Ε.

Κι αν όλα αυτά μοιάζουν λεπτομέρειες τεχνικής φύσεως, στην πραγματικότητα αφορούν κάτι εξαιρετικά ουσιαστικό, που κάθε άλλο παρά έχει συμφωνηθεί και ούτε είναι βέβαιο ότι θα συμφωνηθεί στο μέλλον κατά τρόπο σύμφωνο με τα βρετανικά συμφέροντα: το κατά πόσον οι πρώην εταίροι της Βρετανίας θα αναγνωρίσουν πως το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο της χώρας θα έχει «ισοτιμία» με το ευρωπαϊκό, οπότε και θα μπορεί  να έχει το Ηνωμένο Βασίλειο ισότιμη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Και οι οιωνοί δεν είναι τόσο καλοί προς το παρόν.

Οι Βρυξέλλες εφαρμόζουν την «αρχή της ισοτιμίας» στις σχέσεις της Ε.Ε. με τρίτες χώρες, κρίνοντας κατά περίπτωση αν το εκάστοτε ρυθμιστικό πλαίσιο μιας άλλης χώρας είναι εξίσου αυστηρό και ικανοποιητικό με εκείνο της Ε.Ε. ώστε να επιτρέπει τις συναλλαγές με τη χώρα αυτή, όπως, για παράδειγμα, τις εισαγωγές προϊόντων της.

Εφαρμόζει την ίδια αρχή και στις συναλλαγές της με άλλα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα και επιφυλάσσεται να διακόψει την πρόσβασή τους στην ευρωπαϊκή αγορά με προειδοποίηση 30 ημερών. Το γεγονός ότι η Ε.Ε. δεν έχει αποφασίσει σχετικά στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας συνεπάγεται πως δεν αναγνωρίζει στο City του Λονδίνου την ισοτιμία που αναγνωρίζει σε άλλα χρηματοπιστωτικά κέντρα όπως η Νέα Υόρκη.

Το Λονδίνο κινδυνεύει να χάσει τα σκήπτρα σε συναλλαγές παραγώγων 

to-city-emeine-ektos-symfonias-e-e-vretanias0
Το City θα χάσει ισχύ πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1960.

Mέχρι στιγμής, η Ε.Ε. έχει παρατείνει έως τον Ιούνιο του 2022 την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για τους ισχυρότερους οίκους εκκαθάρισης συναλλαγών του Λονδίνου, ώστε να διασφαλίσει σταθερότητα στην αγορά παραγώγων που ανέρχεται σε πολλά τρισεκατομμύρια δολάρια. Αρνείται, όμως, να παραχωρήσει ανάλογα δικαιώματα στις επενδυτικές τράπεζες όπως και στις συναλλαγές μετοχών.

Από την πλευρά του, το Λονδίνο έχει μονομερώς αναγνωρίσει από τον Νοέμβριο ισοτιμία στις εταιρείες της Ε.Ε. σε ό,τι αφορά τις προδιαγραφές τους σε κεφαλαιακή επάρκεια αλλά και τα λογιστικά πρότυπα και τις προδιαγραφές ασφάλισης. Αναλυτές της αγοράς προειδοποιούν, πάντως, για το ενδεχόμενο προβλημάτων στις αγορές μετοχών αν εμμείνει σε κάποιες αδιάλλακτες θέσεις της η Ε.Ε. και ουσιαστικά αναγκάσει τους Ευρωπαίους επενδυτές να διαπραγματεύονται τις μετοχές τους αυστηρώς μέσα στα σύνορά της. Επισημαίνουν μάλιστα πως είναι πιθανόν να χάσει η Ευρώπη μέρος των συναλλαγών παραγώγων που θα καταλήξουν στις ΗΠΑ δεδομένου ότι η Ε.Ε. έχει αναγνωρίσει ισοτιμία στις αμερικανικές εταιρείες του κλάδου.

Ειδικότερα, τα υποκαταστήματα που διατηρούν στο Λονδίνο οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στις συναλλαγές παραγώγων αξίας τρισεκατομμυρίων ευρώ αν οι νέες ρυθμίσεις που θα αποφασίσει η Βρετανία έρχονται σε σύγκρουση με τις σχετικές ρυθμίσεις της Ε.Ε. Σημειωτέον ότι οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες όπως οι JPMorgan Chase & Co. και Goldman Sachs μεταφέρουν ή έχουν ήδη μεταφέρει εκατοντάδες στελέχη τους σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, με τη Φρανκφούρτη να έχει προσελκύσει τους περισσότερους. Σύμφωνα με τη συμβουλευτική ΕΥ, συνολικά οι τραπεζικοί υπάλληλοι που θα μεταφερθούν ή έχουν ήδη μεταφερθεί ανέρχονται σε 7.500. Σύμφωνα με την Bundesbank, οι 2.500 από αυτούς θα εγκατασταθούν στη Φρανκφούρτη. Επιπλέον, η JPMorgan μεταφέρει στην Ε.Ε. περιουσιακά της στοιχεία αξίας 200 δισ. ευρώ.

Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της Wall Street, JP Morgan, Goldman Sachs, Bank of America, Citigroup και Morgan Stanley, προτιμούσαν ανέκαθεν το Λονδίνο όπου και διατηρούν πολύ μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού τους από το αντίστοιχο στην Ε.Ε.  Είναι, όμως, ορατή η πιθανότητα το Λονδίνο να χάσει σύντομα την πρωτοκαθεδρία που έχει στον κλάδο εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες, ενώ η ΕΚΤ ασκεί εντονότατες πιέσεις για να συγκεντρωθούν όλο και περισσότερες δραστηριότητες και συναλλαγές στην Ε.Ε. και να μην επιστρέφουν στο Λονδίνο «από την πίσω πόρτα».

Γενικότερα, πάντως, η Βρετανία χάνει εφεξής την ελεύθερη πρόσβαση στην ενιαία αγορά της Ε.Ε. στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτό και μόνον είναι αρκετό για να της κοστίσει αρκετά ακριβά, δεδομένου ότι πάνω από το 40% των βρετανικών εξαγωγών στην Ε.Ε. αφορούν την προσφορά υπηρεσιών, ενώ ο κλάδος αντιπροσωπεύει το 80% της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα.

Μόνο 10.000 θέσεις εργασίας έχουν μεταφερθεί σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις

Τα τελευταία 60 χρόνια, το City του Λονδίνου αναπτύχθηκε και γιγαντώθηκε χωρίς να επηρεάζεται από τα όρια της βρετανικής οικονομίας ή από την υποχώρηση της στερλίνας και την υποβάθμισή της ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Απορρόφησε μάλιστα μεγάλο μέρος των αγορών κεφαλαίου της Ε.Ε. ενώ ανταγωνιζόταν μονίμως τη Νέα Υόρκη για τον τίτλο του πρώτου και μεγαλύτερου χρηματοπιστωτικού κέντρου στον κόσμο. Αντιμετώπισε και ξεπέρασε οικονομικά σκάνδαλα και άφησε πίσω του τις διαμαρτυρίες κατά της παγκοσμιοποίησης που εκδηλώθηκαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. 

Και τώρα όλη αυτή η αίγλη του Λονδίνου κινδυνεύει να εξαφανιστεί και όχι εξαιτίας εξωτερικών απειλών ή κακών εξελίξεων, ούτε καν εξαιτίας των κακοδιαχείρισης. Η αιτία δεν είναι  άλλη από την απόφαση που πήρε ουσιαστική μερίδα των Βρετανών ψηφοφόρων τον Ιούνιο του 2016 να αποχωρήσει η χώρα από την Ε.Ε. Οι κραδασμοί είναι αναπόφευκτοι αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι μόλις κατά 50% προέρχονται από τη Βρετανία οι πελάτες των εταιρειών του City του Λονδίνου. Το υπόλοιπο 50% προέρχεται από τον ευρύτερο κόσμο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, από τις ΗΠΑ μέχρι τη Μέση Ανατολή και την Ασία. Και το 50% αυτού προέρχεται από την Ε.Ε.

Μιλώντας προσφάτως στη βρετανική εφημερίδα Financial Times, o Φιλίπ Αουγκάρ, πρώην τραπεζικό στέλεχος που στη συνέχεια έγινε συγγραφέας, τόνισε πως «δύσκολα μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι το Brexit θα αποβεί προς όφελος του City του Λονδίνου, αν σκεφτεί πώς είναι λογικό να έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα έπειτα από 20 χρόνια». Οπως διευκρίνισε ο ίδιος για το Brexit, «μπορεί να μην είναι καταστροφή, αλλά επιβάλλει αμέσως περιορισμούς και θα προκαλέσει τριβές που δεν υπήρχαν ποτέ έως τώρα». Πράγματι το City του Λονδίνου θα μειωθεί σε επιρροή και ισχύ για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1960.

Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι οι καταστροφικές προφητείες, που κυκλοφόρησαν τον πρώτο καιρό μετά το δημοψήφισμα του Brexit τον Ιούνιο του 2016, δεν έχουν επαληθευθεί. Ενδεικτική ήταν η δήλωση του Τζον Λίβερ, που απασχολείται στον τομέα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην εταιρεία νομικών συμβούλων ΕΥ, ότι «κύριος στόχος των περισσότερων εταιρειών του City ήταν απλώς να διασφαλισθεί ότι θα υπάρχει συνέχεια στις συναλλαγές μετά το Brexit και ότι θα παραμείνουν νόμιμοι».

Σύμφωνα, πάντα, με την ΕΥ, περίπου 10.000 θέσεις εργασίας, ποσοστό 4% του συνόλου, έχουν πράγματι μεταφερθεί σε άλλες μητροπόλεις της Ε.Ε. Πρόκειται για θριαμβευτική διάψευση της εταιρείας που διαχειρίζεται το χρηματιστήριο του Λονδίνου, καθώς είχε προβλέψει πως θα «έκαναν φτερά» από το Λονδίνο 232.000 θέσεις εργασίας. Ελάχιστοι αμφιβάλλουν, πάντως, πως το City θα παραμείνει μείζων χρηματοπιστωτικό κέντρο, στο εγγύς μέλλον τουλάχιστον. Οπως προκύπτει από την εταιρεία δεδομένων New Financial, σε ορισμένους τομείς το Λονδίνο καταλαμβάνει ένα συντριπτικό μερίδιο αγοράς. Τα προηγούμενα τρία χρόνια, για παράδειγμα, αντιπροσώπευε το 84% των ευρωπαϊκών συναλλαγών παραγώγων, το 82% των συναλλαγών σε ξένο συνάλλαγμα και το 42% των περιουσιακών στοιχείων υπό διαχείριση.

Σημείο αποτυχίας

Με τον χρηματοπιστωτικό τομέα να αποτελεί το μεγαλύτερο και ζωτικότερο τμήμα της οικονομίας της χώρας, ο Βρετανός πρωθυπουργός αναγκάστηκε να παραδεχθεί κάποιου είδους αποτυχία στη διαπραγμάτευση με την Ε.Ε., ομολογώντας πως η εμπορική συμφωνία «ίσως δεν επεκτείνεται μέχρι εκεί που θα θέλαμε εμείς» όσον αφορά τον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Διαλόγου συνέχεια 

Υποσχόμενος πως η Βρετανία θα επιδιώξει «να κάνει κάπως διαφορετικά τα πράγματα» στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο υπουργός Οικονομικών Ρίσι Σουνάκ παρουσίασε με θετικό πρόσημο την εκκρεμότητα που αφήνει η συμφωνία για τον κλάδο, τονίζοντας πως «καθησυχάζει τον κόσμο το ότι συνεχίζουμε τον διάλογο όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας». 

Ελπίδες

Εκφράζοντας τις ελπίδες που διατηρεί ακόμη η βρετανική βιομηχανία χρηματοπιστωτικών για στενότερη συνεργασία με την Ε.Ε. στο μέλλον, ο προεδρεύων της UK Finance, ένωσης 300 χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τόνισε πως «θα ήταν σημαντικό να οικοδομήσουμε στα θεμέλια αυτής της συμφωνίας για να ενισχύσουμε τις ρυθμίσεις για τις μελλοντικές συναλλαγές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών».