ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρηματοδότηση ασφαλιστικών εισφορών σε πληγέντες κλάδους

Χρηματοδότηση ασφαλιστικών εισφορών σε πληγέντες κλάδους

Το μέτρο της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών εισφορών φαίνεται πως προκρίνει η κυβέρνηση για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας σε επιλεγμένους τομείς κατά τη δύσκολη φάση της μετάβασης στη μετά COVID-19 εποχή, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και η μονιμοποίηση του μέτρου της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών που ήδη εφαρμόζεται και αφορά μόνο το 2021. 

Ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Πάνος Τσακλόγλου έθεσε ως προτεραιότητα τη στήριξη συγκεκριμένων κλάδων μέσω μερικής ή ακόμη και ολικής χρηματοδότησης των ασφαλιστικών εισφορών κατά την παρέμβασή του στο άτυπο συμβούλιο υπουργών Εργασίας της Ε.Ε. με θέμα «Η απασχόληση στην εποχή μετά την πανδημία – Οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες». Την ανάγκη μείωσης των εισφορών σε μόνιμη βάση εξέφρασε δε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης σε συνέντευξή του στο moneyreview.gr.

Τον σημαντικό αν και περιορισμένο ρόλο της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά το 2014 επισημαίνει και η μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Αξιολόγηση επιδράσεων των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2010-2018», που εκπονήθηκε με την υποστήριξη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics and Political Science (LSE) και παρουσιάστηκε χθες. Σύμφωνα με αυτή, η μείωση των εισφορών το 2014 είχε σημαντικά οφέλη στην αγορά εργασίας κατά την εξεταζόμενη περίοδο, όμως αφενός ήταν περιορισμένης κλίμακας και αφετέρου η θετική επίδρασή της αντισταθμίστηκε από μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία έπληξαν σημαντικά τη φορολογία της εργασίας.

Οπως επισημαίνεται στη μελέτη, παρά τις παρεμβάσεις της περιόδου 2010-2018, έμειναν ανεπίλυτες άλλες μακροχρόνιες αδυναμίες, όπως το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, η χαμηλή παραγωγικότητα, η υψηλή ανεργία, η χαμηλή χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης αλλά και το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολουμένων.

Μάλιστα, τόσο οι μελετητές όσο και ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας επισήμαναν την ανάγκη για περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, να περιορίσει την απόκλιση μεταξύ της Ελλάδας και των υπόλοιπων χωρών της Ε.Ε. και έτσι να ενισχύσει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Αλλωστε, βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις πέτυχαν σε σημαντικό βαθμό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της αγοράς εργασίας μέσω της μείωσης του κόστους αλλά και της μεγαλύτερης ευελιξίας, χωρίς όμως να επιλύσουν ορισμένα βασικά δομικά προβλήματα και χρόνιες αδυναμίες της αγοράς εργασίας.

Αυτές τις χρόνιες αδυναμίες της αγοράς εργασίας επισήμανε μάλιστα και ο υφυπουργός Εργασίας Πάνος Τσακλόγλου μιλώντας στους Ευρωπαίους ομολόγους του, υπογραμμίζοντας ότι η Ε.Ε. δεν πρέπει να επαναλάβει το σφάλμα της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, όταν τα μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης διακόπηκαν πρόωρα, με αποτέλεσμα της αύξηση της ανεργίας.

Αναφερόμενος στη σταδιακή χαλάρωση των μέτρων υποστήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων, ο κ. Τσακλόγλου σημείωσε ότι από ελληνικής πλευράς θα δοθεί έμφαση σε πολιτικές βελτίωσης της παραγωγικότητας, όπως η κατάρτιση του εργατικού δυναμικού, ειδικά σε ψηφιακές και «πράσινες» δεξιότητες, παράλληλα με την ειδική μέριμνα για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας σε επιλεγμένους τομείς μέσω μερικής ή ολικής χρηματοδότησης των ασφαλιστικών εισφορών. Παραδέχθηκε, βέβαια, ότι η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη. «Κάποιες επιχειρήσεις που υποστηρίχθηκαν από την κυβέρνηση και παρέμειναν ζωντανές ίσως να μην καταφέρουν να επιβιώσουν στην περίοδο μετά την πανδημία», είπε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον υφυπουργό, «τάσεις οι οποίες υπήρχαν πριν από την πανδημία στην αγορά εργασίας και ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο εξαιτίας της, όπως το ηλεκτρονικό εμπόριο, θα αλλάξουν τα τοπίο, θα ανατρέψουν το επιχειρηματικό μοντέλο και τις προτεραιότητες των επιχειρήσεων».