ΑΝΑΛΥΣΗ

Οι τράπεζες, η Fed και τα αποθέματα κεφαλαίου

Οι τράπεζες, η Fed και τα αποθέματα κεφαλαίου

Η πανδημία του κορωνοϊού επαναφέρει ένα μείζον θέμα: το πώς οι αρμόδιες αρχές θα διασφαλίσουν ότι οι μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ μπορούν να στηρίξουν την οικονομία σε περιόδους πιέσεων, παρέχοντας πιστώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η καλύτερη απάντηση, όπως πάντα, είναι να επιμείνει κανείς ότι είναι ισχυρά τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν το απρόβλεπτο. Εξ ου και υπάρχουν σχετικοί κανονισμοί, αλλά προσφάτως προέκυψε μια επιπλοκή. Συνολικά, οι τράπεζες τα πάνε καλά. Χάρις κυρίως στις ενέργειες της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) για τη στήριξη των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, έχουν αποφύγει τις μεγάλες απώλειες και σε πολλές περιπτώσεις έχουν ευδοκιμήσει. Ακόμη κι έτσι, οι προσπάθειες της Fed για διατήρηση της ροής των χρημάτων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις προσέκρουσαν σε κανονισμό που αποσκοπεί στο να καταστήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα πιο ανθεκτικό. Γνωστός ως λόγος/αναλογία μόχλευσης, αυτός ο κανόνας ορίζει ότι οι τράπεζες πρέπει να έχουν 5 δολάρια σε κεφάλαιο «μαξιλάρι» για την απορρόφηση ζημιών για κάθε 100 δολάρια που κατέχουν σε χορηγήσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία. 

Σε αντίθεση με άλλες κεφαλαιακές απαιτήσεις, αυτός ο λόγος δεν διαφοροποιεί τα περιουσιακά στοιχεία ανά κίνδυνο. Ακόμη και τα ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία, όπως οι τίτλοι του δημοσίου, και τα αποθεματικά, που καταθέτουν οι τράπεζες στη Fed, υπολογίζονται έναντι του συνόλου. Αυτό συμβαίνει επειδή η αναλογία μόχλευσης θεωρείται ως εφεδρεία στη λογική των κανονισμών, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο. Και στην πραγματικότητα, διασφαλίζουν ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να κάνουν παιχνίδια με το ίδιον σύστημα στάθμισης κινδύνου, διακυβεύοντας την ασφάλειά τους. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι τα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών έχουν διογκωθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η Fed αγόρασε τεράστιες ποσότητες τίτλων, πλημμυρίζοντας τις αγορές με μετρητά, τα οποία με τη σειρά τους εμφανίζονται ως τραπεζικά αποθεματικά. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση δανείστηκε τρισεκατομμύρια για να χρηματοδοτήσει τα μέτρα ανακούφισης από τις επιπτώσεις της πανδημίας, αυξάνοντας τους κρατικούς τίτλους που έχουν στην κατοχή τους τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η ανησυχία έγκειται στο ότι, για να αποτραπεί η παραβίαση του ορίου μόχλευσης, οι τράπεζες ίσως χρειαστεί να περιορίσουν τον δανεισμό και τη λήψη καταθέσεων – έκβαση η οποία, εντούτοις, θα υπονόμευε με τη σειρά της την ανάκαμψη.

Θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε από αυτό ότι οι κανόνες μόχλευσης είναι πολύ αυστηροί. Οι κανονισμοί κεφαλαιακής επάρκειας υποτίθεται ότι διασφαλίζουν πως οι τράπεζες δημιουργούν αποθέματα ασφαλείας, τα οποία μπορούν να εκμεταλλευθούν σε περιόδους κρίσης χωρίς να παραβιάζουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις. Ωστόσο, οι τράπεζες επέλεξαν (και είχε επιτραπεί) να λειτουργήσουν πολύ κοντά στην οριακή γραμμή. Πριν από την πανδημία, οι τέσσερις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες –η JPMorgan Chase, η Citigroup, η Bank of America και η Wells Fargo– είχαν μέσο σταθμισμένο δείκτη μόχλευσης 6,5% των ιδίων κεφαλαίων προς περιουσιακά στοιχεία, μόλις 1,5 ποσοστιαία μονάδα πάνω από το ελάχιστο όριο του 5%. Ως αποτέλεσμα, η επακόλουθη διεύρυνση των περιουσιακών στοιχείων, η οποία μετέβαλε τους δείκτες τους κατά λίγο περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, ήταν αρκετή για να τις κάνει να φθάσουν στο όριο. Αυτή η έλλειψη κεφαλαίων ώθησε τις ρυθμιστικές αρχές να αναζητήσουν λύση, εξ ου και από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2020 απαγόρευαν στις τράπεζες να ανταμείβουν τους επενδυτές με επαναγορά μετοχών, οι οποίες εξαντλούν τα ίδια κεφάλαια – και αυτό μπορούν προσωρινώς να το επαναλάβουν ως μέτρο. Πάντως, σε βάθος χρόνου η απάντηση είναι πιο απλή: επιμονή σε επαρκή αποθέματα κεφαλαίου.