H ελληνική κουζίνα ως εργαλείο προώθησης τουρισμού και εξαγωγών

H ελληνική κουζίνα ως εργαλείο προώθησης τουρισμού και εξαγωγών

Οι συνταγές, οι παραγωγοί, τα εστιατόρια, οι εκδηλώσεις, σε μία πλατφόρμα

4' 37" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ας υποθέσουμε ότι ζείτε στην Καμπέρα της Αυστραλίας, δεν είστε Ελληνας ομογενής και μπαίνετε σε ένα σούπερ μάρκετ για να αγοράσετε ελαιόλαδο, διότι θυμάστε ότι, όταν κάποιο καλοκαίρι επισκεφθήκατε την Ελλάδα, σας άρεσε πολύ. Βρίσκετε ένα ελαιόλαδο που επάνω έχει το ελληνικό γράμμα «γ» και η συσκευασία φέρει κι έναν QR code. Σκανάρετε με το κινητό σας το QR code και μπαίνετε σε μια πλατφόρμα όπου βλέπετε πού παρήχθη το ελαιόλαδο, πώς παρήχθη, την ιστορία του ελαιώνα, αλλά και πού αλλού μπορείτε να το βρείτε. Η χρήση του ελληνικού γράμματος «γ» παραπέμπει στο πρώτο γράμμα της επίσης ελληνικής λέξης «γαστρονομία».

Θυμάστε την ίδια ώρα ότι είχατε γευθεί το ίδιο καλοκαίρι και έναν ωραίο μουσακά. Ναι, υπάρχουν εστιατόρια που σερβίρουν νόστιμο μουσακά και όχι τον τυποποιημένο κακής ποιότητας «μουζάκα». Και θα θέλατε να δοκιμάσετε ξανά. Μπαίνετε στην ίδια πλατφόρμα, όπου υπάρχει ένα μεγάλο μητρώο ελληνικών συνταγών και όχι μόνο βρίσκετε τη συνταγή, αλλά και από πού μπορείτε να προμηθευτείτε υλικά, είτε από την Καμπέρα είτε μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος. Αλλά ακόμη και πού κοντά στην περιοχή όπου βρίσκεστε μπορείτε να βρείτε εστιατόριο που σερβίρει μουσακά.

Το παραπάνω είναι ένα υποθετικό σενάριο, το οποίο, όμως, μπορεί να γίνει πράξη εάν υλοποιηθεί το σχέδιο για τον γαστρονομικό τουρισμό, το οποίο έχει εκπονηθεί και έχει ενταχθεί στις δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Αποτελεί δε μέρος του όλου σχεδίου για την ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας με κεντρικό στόχο τη διασύνδεσή της με άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, από την πρωτογενή παραγωγή, την ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών, την εστίαση, τον τουρισμό και φυσικά τις εξαγωγές.

Το σχέδιο προβλέπει την πιστοποίηση –προκειμένου να λάβουν το σήμα ελληνικής κουζίνας– σειράς επιχειρήσεων εστίασης σε Ελλάδα και εξωτερικό, με την πρόταση, μάλιστα, να περιλαμβάνει τη δυνατότητα να λάβουν το σήμα και άλλες επιχειρήσεις του κλάδου, πλην των εστιατορίων, ακόμη και επιχειρήσεις του λεγόμενου ελληνικού street food, όπως είναι τα ψητοπωλεία – σουβλατζίδικα, τα τυροπιτάδικα, τα μπουγατσοπωλεία, καθώς αποτελούν σημαντικό μέρος της ελληνικής γαστρονομικής παράδοσης. Επίσης, προτείνεται να λαμβάνουν το ίδιο σήμα –φυσικά όλα βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που θα αποφασισθούν– και επισκέψιμα οινοποιία και ελαιουργεία ή ακόμη και κάβες και παντοπωλεία.

Για να λαμβάνουν το σήμα, οι επιχειρήσεις θα πρέπει τουλάχιστον ορισμένες κατηγορίες προϊόντων που χρησιμοποιούν για τις ελληνικές συνταγές ή αυτά που διαθέτουν (αν πρόκειται για παντοπωλεία) να έχουν παραχθεί στην Ελλάδα. Τα προϊόντα αυτά είναι: τυριά και γαλακτοκομικά, φρούτα και λαχανικά, κρέατα, κρεατοσκευάσματα –αλλαντικά, αλιεύματα, ελαιόλαδο–, ελιές, μέλι, ξηροί καρποί, τουρσιά, αλίπαστα, θαλασσινά, πατάτες, κρασί, αποστάγματα, συσκευασμένες τομάτες, μακαρόνια κ.ά. Για τα εστιατόρια του εξωτερικού που δεν θα έχουν πρόσβαση σε όλα τα παραπάνω, προβλέπονται διαφοροποιήσεις στις προδιαγραφές.

Βασικό συστατικό του σχεδίου για την ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας θεωρείται ο ψηφιακός γαστρονομικός χάρτης ο οποίος, μεταξύ άλλων, θα περιέχει προτεινόμενες γαστρονομικές διαδρομές, δημιουργώντας αξιοθέατα οικοτουρισμού μέσω των τοπικών προϊόντων και της τοπικής κουζίνας, ως μέρος της τουριστικής εμπειρίας του επισκέπτη. Σε αυτόν μπορεί να υπάρχουν πληροφορίες για γαστρονομικές εκδηλώσεις, όπως είναι για παράδειγμα το φεστιβάλ πατάτας στη Νάξο ή το φεστιβάλ αμυγδαλωτών στη Σίφνο. Επίσης, πληροφορίες για τοπικά προϊόντα και συνταγές, για εστιατόρια που έχουν το σήμα της ελληνικής κουζίνας, για επισκέψιμα οινοποιεία, μύλους, ελαιοτριβεία, φάρμες, μικροζυθοποιίες, αλλά και βίντεο για τον τρόπο παρασκευής ελληνικών συνταγών ή για παράδειγμα για τον τρόπο παραγωγής των κρασιών στη Σαντορίνη. Τα παραπάνω έχουν σκοπό να προσελκύσουν νέους τουρίστες, να κάνουν κάποιους να επισκεφθούν ξανά τη χώρα, αλλά και να αναζητήσουν στη χώρα τους ελληνικά προϊόντα.

H επιτυχία του Σήματος Ιταλικής Φιλοξενίας δείχνει τον δρόμο

Η πλέον δημοφιλής κουζίνα παγκοσμίως θεωρείται αναμφίβολα η ιταλική, κάτι που επετεύχθη τόσο μέσω του κράτους όσο και μέσω ιδιωτικών πρωτοβουλιών. Το 1997 η Ιταλία δημιούργησε το Σήμα Ιταλικής Φιλοξενίας προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα των υπηρεσιών περίπου 5.000 τουριστικών επιχειρήσεων (αγροτουριστικές, ξενοδοχεία και εστιατόρια) που βρίσκονται σε 18 ιταλικές περιφέρειες. Μέχρι το 2014 είχαν πιστοποιηθεί 6.500 επιχειρήσεις στην Ιταλία (από τις 12.500 που αιτήθηκαν) και 1.400 εστιατόρια σε 49 χώρες του εξωτερικού (από τις 2.500 που αιτήθηκαν). Τα στοιχεία του εστιατορίου κοινοποιούνται σε ειδικό portal www.10q.it, όπου ο καταναλωτής μπορεί άμεσα να επιλέξει τα αναγνωρισμένα ιταλικά εστιατόρια. Στην Ιταλία το έργο αυτό έχει αναλάβει δημόσιος φορέας με πολύ μεγάλη συμμετοχή των επιμελητηρίων της χώρας, αλλά και των διμερών επιμελητηρίων.

Θα πρέπει εδώ, βεβαίως, να πούμε ότι Σήμα Ποιότητας Ελληνικής Κουζίνας υπάρχει από το 1999 που χορηγείται μέσω ΕΟΤ. Ωστόσο, το σήμα αυτό θεωρείται ότι έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του, καθώς σχεδιάστηκε σε μια εποχή που οι επιχειρήσεις εστίασης βρίσκονταν σε σημαντικό βαθμό σε… πρωτόγονο στάδιο και το ζητούμενο ήταν κυρίως η ποιότητα στο μαγείρεμα και στην παροχή βασικών υπηρεσιών. Πέραν αυτού του σήματος, έχουν αναπτυχθεί πολλές άλλες πρωτοβουλίες, δημόσιες και ιδιωτικές, με τοπικό ή κλαδικό χαρακτήρα, οι οποίες προτείνεται μεν να διατηρηθούν –τουλάχιστον κάποιες από αυτές– αλλά ως υποκατηγορία, συνοδευτικό του νέου σήματος που θα θεσπισθεί, προκειμένου να μην προκαλείται σύγχυση στους καταναλωτές.

Το ελληνικό σχέδιο προβλέπει επίσης τη δημιουργία ενός ξεχωριστού φορέα που θα αναλάβει την ανάδειξη και την προώθηση της ελληνικής γαστρονομίας, φορέας, ωστόσο, για τον οποίο έχουν εκδηλωθεί αρκετές διαφωνίες για το ποιο θα είναι το μοντέλο λειτουργίας του. Αν και η πρόταση που είχε γίνει από τον εμπνευστή του σχεδίου, δηλαδή τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) σε συνεργασία με την εταιρεία Netrino, πρότεινε στην ουσία μοντέλο ΣΔΙΤ (σύμπραξη Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα), προέκυψαν αρκετές αντιρρήσεις, καθώς κάποιες πλευρές ήθελαν κρατικό φορέα. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, έχει προταθεί μεταξύ άλλων το μοντέλο μη κερδοσκοπικού φορέα με εταίρους εμπλεκόμενους φορείς, κατά το πρότυπο του Marketing Greece, το μοντέλο εταιρείας του Δημοσίου, κατά το πρότυπο του Enterprise Greece, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει μέχρι στιγμής οριστική απόφαση.  

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT