ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναζητούν 15 δισ. ευρώ έως το 2025 οι τράπεζες

Με εκδόσεις ομολόγων θα καλύψουν ελάχιστες απαιτήσεις σε ίδια κεφάλαια

anazitoyn-15-dis-eyro-eos-to-2025-oi-trapezes-561390367

Μπαράζ εκδόσεων με ομόλογα ύψους 15 δισ. ευρώ προγραμματίζουν οι ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες που θέτει ο Single Resolution Board (SRB) έως τα τέλη του 2025.

Ο SRB είναι ο εποπτικός μηχανισμός που θέτει τους κανόνες για το ύψος και τη μορφή των επιπλέον κεφαλαίων που θα πρέπει να διαθέτει κάθε τράπεζα, έτσι ώστε, εάν προκύψει η ανάγκη διάσωσης, να υπάρχουν τα αναγκαία assets που θα μπορούν να ρευστοποιηθούν άμεσα για να υποστηρίξουν αυτή τη διαδικασία. Παίρνει ως βάση την κεφαλαιακή απαίτηση που θέτει ο SSM και πάνω σε αυτά «χτίζει» τα επιπλέον assets, τα οποία θα μπορούν αυτομάτως να αποτελέσουν τα επόμενα κεφάλαια της τράπεζας. 

Ελάχιστες απαιτήσεις

Οι στόχοι αυτοί ονομάζονται ελάχιστες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (Minimum Requirements for Own Funds and Eligible Liabilities – MREL) και ο «λογαριασμός», που καλύπτει την περίοδο από φέτος έως το 2025 και ανεβάζει τις πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες στα 15 δισ. ευρώ περίπου, κοινοποιήθηκε στις ελληνικές τράπεζες στα μέσα Μαΐου. 

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν υψηλούς κεφαλαιακούς δείκτες συνολικά είτε μέσω ιδίων κεφαλαίων είτε μέσω των ομολόγων Tier II που έχουν ήδη εκδώσει και οι αντίστοιχοι δείκτες CET1 διαμορφώνονται σήμερα μεταξύ 15%-16%. 

Αρα, πρόκειται για στόχους πάνω από τα απαιτούμενα εποπτικά κεφάλαια που ορίζει ο SSM, τα οποία θα καλυφθούν κυρίως μέσω senior ομολόγων. Το ύψος αυτών των εκδόσεων, ωστόσο, θα αθροίζουν έως και 10 μονάδες βάσης πάνω από αυτά που ορίζει ο επόπτης και τα οποία αν και δεν έχουν να κάνουν με την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας, αποσκοπούν στη θωράκιση του συστήματος σε περίπτωση «αστοχίας». Ετσι στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών ο SRB αναγνωρίζει ως απαιτούμενο κεφαλαιακό δείκτη αυτό που επιβάλλει ο SSM π.χ. 15% και ορίζει το ποσοστό πάνω από αυτό που θα πρέπει να διαθέτει η τράπεζα, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει δυσμενείς εξελίξεις. 

Ο στόχος για το 2025

Με βάση τις εκτιμήσεις και των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ο στόχος για το 2025 διαμορφώνεται μεταξύ 24%-25% και θα πρέπει να επιτευχθεί σταδιακά με ενδιάμεσους στόχους κάθε χρόνο. Για τον λόγο αυτό οι ελληνικές τράπεζες έχουν δρομολογήσει την έξοδό τους στις αγορές κυρίως μέσω senior bonds και την αρχή για το 2021 έκανε η Εurobank με το ομόλογο (preferred senior notes) που εξέδωσε τον Απρίλιο ύψους 500 εκατ. ευρώ, με επιτόκιο 2,125%. Είχε προηγηθεί τον Μάρτιο η έξοδος της Alpha Bank στις αγορές για την έκδοση ομολόγου Tier II ύψους 500 εκατ. ευρώ (το κουπόνι της έκδοσης διαμορφώθηκε στο 5,5% έναντι 4,25% που ήταν το κουπόνι της έκδοσης του Φεβρουαρίου 2020), έκδοση που αποσκοπούσε στην κεφαλαιακή διεύρυνση της τράπεζας για να προχωρήσει στις κινήσεις εξυγίανσης και δεν αφορούσε τις απαιτήσεις του SRB. 

Στη βάση των απαιτήσεων MREL, η Alpha Bank δρομολογεί έκδοση preferred senior notes, μετά την ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου έως 800 εκατ. ευρώ, ενώ ανάλογες εκδόσεις ετοιμάζουν τόσο η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα όσο και η Eurobank για το τρίτο 3μηνο του έτους. Συνολικά και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα πραγματοποιούν δύο εκδόσεις κατά μέσον όρο τον χρόνο έως και το 2025.

Ο στόχος των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων δεν είναι στατικός. Είναι ένας κινούμενος στόχος που επηρεάζεται από την πιστωτική επέκταση, δηλαδή τα νέα δάνεια που θα δώσουν οι τράπεζες τα προσεχή χρόνια έως και το 2025. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Alpha Bank, οι νέες χρηματοδοτήσεις υποβοηθούμενες και από τους πόρους που θα εισρεύσουν στη χώρα από το Ταμείο Ανάκαμψης έως και το 2024 θα φτάσουν τα 33 δισ. ευρώ. 

Η ισχυρή πιστωτική επέκταση που προβλέπεται τα επόμενα χρόνια σημαίνει και αύξηση του ρίσκου που αναλαμβάνουν οι τράπεζες, όπως αυτό μετριέται με βάση τα στοιχεία σταθμισμένου ενεργητικού (Risk Weight Assets – RWA) και για αυτό οι στόχοι που τίθενται είναι υψηλοί για όλο το σύστημα. 

Με βάση τα στοιχεία του α΄ τριμήνου του 2021 τα στοιχεία σταθμισμένου ενεργητικού των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, δηλαδή τα δάνεια που φέρουν κίνδυνο, ανήλθαν στα 164 δισ. ευρώ. Ενα μέρος αυτών των δανείων θα φύγει από τους ισολογισμούς τους στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων «κόκκινων» δανείων που δρομολογούν μέσω του «Ηρακλή I και II» και θα υποκατασταθεί με νέα δάνεια καλύτερης ποιότητας. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον οι εκτιμήσεις για νέες πιστώσεις επαληθευθούν, οι τράπεζες θα αυξήσουν το δανειακό τους χαρτοφυλάκιο έως και τα 200 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας και τον πήχυ για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις στο πλαίσιο της άσκησης MREL.

Προβληματίζει το κόστος του νέου δανεισμού

Οι διοικήσεις των τραπεζών σταθμίζουν τις επόμενες κινήσεις τους, αφού η πρόσβαση στις αγορές με νέες ομολογιακές εκδόσεις συνεπάγεται αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης, σε μια περίοδο που τα έσοδα από τόκους παραμένουν υπό πίεση λόγω κυρίως της απο-αναγνώρισης «κόκκινων» δανείων. Να σημειωθεί ότι ακόμα και για τα δάνεια που είναι σε καθυστέρηση οι τράπεζες υπολογίζουν τόκους, τους οποίους παύουν να λογιστικοποιούν όταν τα δάνεια αυτά φύγουν από τον ισολογισμό τους, δηλαδή όταν πουληθούν. Ετσι τα επόμενα χρόνια θα έχουν να αντιμετωπίσουν αφενός την απώλεια εσόδων και αφετέρου την καταβολή τόκων προς τους ομολογιούχους. Την αυξημένη πίεση που θα δεχθούν οι τράπεζες εξαιτίας αυτού του λόγου επισημαίνει και η Κομισιόν στην Εκθεση Αξιολόγησης που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα, κάνοντας λόγο «για σημαντικά ποσά εκδόσεων που μακροπρόθεσμα θα θέσουν υπό πίεση το κόστος χρηματοδότησης».

Η πρόσθετη κεφαλαιακή θωράκιση γίνεται κυρίως μέσω senior ομολόγων (senior bonds), η τιμολόγηση των οποίων είναι μεταξύ 2%-2,5% και θεωρούνται τα πιο προσιτά μέσα άντλησης ρευστότητας στην τρέχουσα συγκυρία, που είναι ούτως ή άλλως ευνοϊκή για τις ελληνικές τράπεζες μετά και την υποχώρηση των αποδόσεων. Αυτό αποτυπώνεται και στα ομόλογα που έχουν εκδώσει μέχρι σήμερα, δηλαδή στους τίτλους μειωμένης εξασφάλισης (Tier II), αλλά και στους senior preferred notes. Ανοιχτή παραμένει άλλωστε η προοπτική για εκδόσεις ΑΤ1, που περιλαμβάνεται στα επιχειρησιακά πλάνα των τραπεζών, χωρίς μέχρι στιγμής το εργαλείο αυτό να έχει αξιοποιηθεί. Οι ΑΤ1 αποσκοπούν κυρίως στην κεφαλαιακή θωράκιση και αποτελούν την πιο ακριβή μορφή άντλησης κεφαλαίων μετά τα Tier II –το μέσο επιτόκιο υπολογίζεται ότι θα διαμορφωνόταν στο 6,5% περίπου– ανεβάζοντας αισθητά το κόστος για τις ελληνικές τράπεζες.