ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υψηλότερες κατά 11% έως 13% οι νέες επικουρικές συντάξεις

ypsiloteres-kata-11-eos-13-oi-nees-epikoyrikes-syntaxeis-561417055

Θετικό αποτύπωμα στο δημόσιο χρέος, αύξηση του ΑΕΠ, μικρή αλλά σημαντική ενίσχυση της απασχόλησης, υψηλότερες συντάξεις σε σχέση με αυτές που δίνει το σημερινό σύστημα, και σημαντικά οφέλη σε μικροοικονομικό επίπεδο, ως συνέπεια της εμβάθυνσης της ελληνικής κεφαλαιαγοράς, διαπιστώνουν οι τρεις μελέτες που συνοδεύουν το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εργασίας για την κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης. 

Το σχέδιο νόμου τίθεται σε διαβούλευση προκειμένου στη συνέχεια να πάρει τον δρόμο προς τη Βουλή, ώστε να ψηφιστεί μέχρι το τέλος Ιουλίου. Βέβαια, ιδιαίτερα τα χρόνια μετά το 2030 θα απαιτηθεί σημαντική επιπρόσθετη χρηματοδότηση του ισχύοντος συστήματος, το οποίο βάσει του σχεδιασμού θα λειτουργεί ως ένα κλειστό σύστημα. 

Κόστος μετάβασης

Η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκτιμά την παρούσα αξία της επιπρόσθετης αυτής χρηματοδότησης –το λεγόμενο κόστος μετάβασης– μεταξύ 49 και 78 δισ. ευρώ. Στο βασικό σενάριο, με επιτόκιο προεξόφλησης 3,5% και παραδοχή ότι στο νέο σύστημα θα ενταχθεί το 20% των νέων έως 35 ετών που βρίσκονται σήμερα ασφαλισμένοι στο ΕΤΕΑΕΠ, καθώς και το 5% των ελευθέρων επαγγελματιών που δεν έχουν σήμερα υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση, το κόστος μετάβασης εκτιμάται σε 56 δισ. ευρώ. Στο βασικό σενάριο της αναλογιστικής μελέτης, το κόστος της μετάβασης για την πρώτη δεκαετία ανέρχεται σωρευτικά σε 3 δισ. ευρώ.

Η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκτιμά, επίσης, ότι ο αριθμός των ασφαλισμένων του νέου ταμείου θα αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς και οι εισφορές που θα κατευθύνονται προς το σύστημα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια ότι από το 2030 έως και το 2070 η εξέλιξη της περιουσίας του ταμείου ως ποσοστού του ΑΕΠ θα είναι πολύ σημαντική (ξεκινά το 2030 με 1,19% του ΑΕΠ με αποδόσεις 3% και φθάνει 38% του ΑΕΠ το 2070, και παραδοχή αποδόσεων 4,5%).

Η αναλογιστική μελέτη δείχνει, επίσης, τη δυσοίωνη εξέλιξη του υπάρχοντος συστήματος επικουρικής ασφάλισης. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ το 2021 η αναλογία ενεργών ασφαλισμένων προς συνταξιούχους είναι 2,67:1, το 2045 προβλέπεται να μειωθεί σε 1,60:1. Κατά συνέπεια, τα ποσοστά αναπλήρωσης που θα μπορεί να υποστηρίξει η υφιστάμενη διανεμητική επικουρική σύνταξη, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, αναμένεται να μειωθούν. 

Οπως μάλιστα εκτιμούν οι ειδικοί, η δημογραφικά αναπόφευκτη «υποτίμηση» των παροχών επικουρικής είναι πολύ πιθανό να εγείρει κλιμακούμενες πιέσεις είτε για συμπλήρωση των παροχών της επικουρικής ασφάλισης μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, είτε για αλλαγές στην αρχιτεκτονική της επικουρικής ασφάλισης, ώστε να θωρακίζεται από τις δημογραφικές τάσεις. Και το υπουργείο Εργασίας επισημαίνει ότι ακριβώς αυτόν τον στόχο υπηρετεί η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση. Να «θωρακίσει» εγκαίρως την επικουρική ασφάλιση έναντι του δημογραφικού κινδύνου. 

Τέλος, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκτιμά στο βασικό σενάριο ότι –και υποθέτοντας πως οι αποδόσεις των αποθεματικών του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ισούνται με την απόδοση των μακροπρόθεσμων ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου– το νέο σύστημα θα αποφέρει στους συνταξιούχους παροχή επικουρικής σύνταξης κατά μέσον όρο 11%-13% υψηλότερη από την παροχή που υπολογίζεται χωρίς τη μεταρρύθμιση. 

Στη Μελέτη Μακροοικονομικών Επιπτώσεων, το ΙΟΒΕ στο βασικό υπό εξέταση σενάριο εκτιμά ότι:

• Το αποθεματικό του νέου ταμείου θα ανέλθει στο 31% του ΑΕΠ στο τέλος της περιόδου (2070).

• Η μελέτη εκτιμά κλιμακούμενη θετική επίδραση στις νέες εγχώριες επενδύσεις, όπου θα κατευθυνθεί μέρος των αποθεματικών. Επίδραση που θα κυμανθεί στο 1% ετησίως στο τέλος της περιόδου (2070) και 0,6% ετησίως μεσοσταθμικά για την περίοδο 2022-2070. 

• Η αύξηση των νέων εγχώριων επενδύσεων έχει θετική κλιμακούμενη επίδραση στο ΑΕΠ. Η συνολική επίδρασή της στο ΑΕΠ κυμαίνεται μεταξύ 6% και 7% στα τέλη της περιόδου (2070), συγκριτικά με το επίπεδο του ΑΕΠ που εκτιμάται ότι θα καταγραφόταν την ίδια περίοδο χωρίς τη μεταρρύθμιση. Συγκεκριμένα, στο σενάριο βάσης εκτιμάται ότι το ΑΕΠ θα είναι υψηλότερο κατά 0,32% το 2032, κατά 1,18% το 2042 και κατά 6,55% το 2070.

• Η αύξηση των νέων εγχώριων επενδύσεων επιδρά θετικά και στην απασχόληση, επίδραση που κυμαίνεται περί το 0,4% της συνολικής απασχόλησης στα τέλη της περιόδου (2070) συγκριτικά με το επίπεδο της απασχόλησης που εκτιμάται ότι θα καταγραφόταν την ίδια περίοδο χωρίς τη μεταρρύθμιση.

Δημόσιο χρέος

Στο πακέτο των μελετών περιλαμβάνεται και η Ανάλυση Βιωσιμότητας Δημοσίου Χρέους, που εκτιμά ότι η μεταρρύθμιση της επικουρικής ασφάλισης δεν επηρεάζει αρνητικά το δημόσιο χρέος. Συγκεκριμένα, σε όλα τα σενάρια που εξετάστηκαν, από τα πλέον αισιόδοξα έως τα πλέον απαισιόδοξα, το αποτέλεσμα της ανάλυσης αξιολογείται ως θετικό υπό την έννοια ότι η υλοποίηση της μεταρρύθμισης μακροπρόθεσμα οδηγεί σε χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Βέβαια υπάρχουν περίοδοι και σενάρια που το χρέος αυξάνεται σημαντικά ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ ζητούμενο παραμένει εάν η Eurostat θα δεχθεί, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική της, να κατατάξει το νέο σύστημα, παρότι κεφαλαιοποιητικό, εκτός γενικής κυβέρνησης.

Σε αυτήν την περίπτωση, τα οικονομικά αποτελέσματα σε όρους ΑΕΠ, απασχόλησης κ.λπ. είναι ακριβώς τα ίδια, αλλά εφόσον τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου που βρίσκονται στην κατοχή του νέου ταμείου δεν θεωρούνται ενδοκυβερνητικό χρέος, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι σημαντικά υψηλός στην αρχή. Βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα (έως το 2030), ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αυξάνεται κατά 0,3 – 0,4 μονάδες του ΑΕΠ. Μακροπρόθεσμα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αποκλίνει μεταξύ των σεναρίων. Στο τέλος της περιόδου αναφοράς δε, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, είναι υψηλότερος κατά μόλις 2% σε σχέση με το σενάριο της «μη μεταρρύθμισης».

Βέβαια, το υπουργείο Εργασίας εκτιμά ότι καθώς το νέο κεφαλαιοποιητικό επικουρικό ταμείο θα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και τμήμα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (πρώτος πυλώνας του ασφαλιστικού συστήματος), η Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή θα δεχθεί ως ενδοκυβερνητικό χρέος τα ομόλογα που κατέχει το υπό ίδρυση ταμείο. Και αυτό θα έχει στο βασικό σενάριο ως αποτέλεσμα ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ να είναι χαμηλότερος σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς μεταρρύθμιση κατά 6,3 ποσοστιαίες μονάδες το 2070.