ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Διπλό όφελος από τη μείωση μη μισθολογικού κόστους

Ενίσχυση αγοραστικής δύναμης μισθωτών και επίσημης απασχόλησης

diplo-ofelos-apo-ti-meiosi-mi-misthologikoy-kostoys-561496105

Η πρόσφατη διάταξη που επέκτεινε και για το 2022 τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες αποκάλυψε την πρόθεση της κυβέρνησης να δώσει προτεραιότητα στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και στην προώθηση μέτρων μόνιμης διάρκειας στον τομέα της φορολογίας της εργασίας. 

Είχε βέβαια προηγηθεί και η απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού, από την 1η Ιανουαρίου 2022, κατά 2%, μέσω της οποίας σχεδόν ένας στους τέσσερις μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, που αμείβεται με τα κατώτατα όρια, θα δει έστω και περιορισμένες αυξήσεις στον μισθό του. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι και ο πληθωρισμός θα ξεκινήσει την πορεία αποκλιμάκωσής του μετά το φθινόπωρο. Τον Ιούνιο του επόμενου έτους, άλλωστε, θα υπάρξει και νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, στον κλάδο της επικούρησης, με το «κέρδος» να επιμερίζεται εξίσου σε εργοδότες και εργαζομένους. Στο προσκήνιο παραμένει και η επιπλέον μείωση κατά 0,6 ποσοστιαία μονάδα, καθώς αποτελεί δέσμευση της κυβέρνησης η σωρευτική μείωση των εισφορών, έως το τέλος του 2023, κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες.

Η επιλογή μονιμοποίησης των ήδη εφαρμοζόμενων μειώσεων καθώς και η επέκτασή τους εκτιμάται από τους οικονομολόγους αλλά και στελέχη της αγοράς ότι θα έχει άμεσα θετικές συνέπειες στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, βελτιώνοντας την αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων εισοδηματικών κλιμακίων, ενώ θα αποτελέσει κίνητρο για την αύξηση της «επίσημης» απασχόλησης, με ευεργετικές επιδράσεις για την πραγματική οικονομία.

Είναι άλλωστε γνωστό ότι η εγχώρια αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από μεγάλο μη μισθολογικό κόστος, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί αποδοτικά, αφού το κόστος αυτό αποτελεί στην ουσία μια στρέβλωση στη λειτουργία της αγοράς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε., η χώρα μας εμφανίζεται στην 6η θέση των χωρών με τον υψηλότερο συντελεστή ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου στην περίπτωση ενός χαμηλόμισθου μισθωτού, 5,9 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχα, το 2019 η Ελλάδα είχε το έβδομο υψηλότερο ποσοστό εισφορών των εργοδοτών στις χώρες της Ε.Ε., κατά 14,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. Ετσι προκύπτει ότι το άθροισμα εισφορών εργαζομένου και εργοδότη είναι το πέμπτο υψηλότερο στις χώρες της Ε.Ε. και κατά 14,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ. 

Οπως φαίνεται από τα παραδείγματα που παρουσιάζει σήμερα η «Κ», η διατήρηση των μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες για εργοδότες και εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, σε συνδυασμό με την αύξηση του κατώτατου μισθού, έχει ως αποτέλεσμα, στις αρχές του 2022, ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τα κατώτατα όρια να λάβει «καθαρά» στο χέρι 569,39 ευρώ, έναντι 550 ευρώ που λάμβανε το 2020, πριν δηλαδή από την αύξηση της τάξης του 2% αλλά και τη μείωση των εισφορών. Το όφελος σε μεικτούς μισθούς της τάξης των 2.000 ευρώ θα είναι 23 ευρώ τον μήνα, τα οποία θα «χάνονταν» αν η ελάφρυνση δεν διατηρούνταν και το 2022. Το όφελος παραμένει ισχυρό και για τους εργοδότες, καθώς ξεπερνάει τα 12 ευρώ για τον κατώτατο μισθό και τα 35 ευρώ εάν ο μισθός είναι άνω των 2.000 ευρώ.

Με την εφαρμογή και της μείωσης των εισφορών επικουρικής ασφάλισης κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα το «κέρδος» αυξάνεται. Ετσι, μισθωτός με τον κατώτατο μισθό θα λάβει καθαρά 571,04 ευρώ, ενώ στον εργοδότη το κόστος θα μειωθεί από 812,44 ευρώ σε 810,32 ευρώ. Ετησίως, το νέο αυτό όφελος για τον εργαζόμενο των 663 ευρώ θα είναι 23,24 ευρώ και για τον εργοδότη 29,68 ευρώ. Σε μισθό 1.500 ευρώ (μεικτά) το επιπλέον κέρδος για τον εργοδότη ανέρχεται σε 67,20 ευρώ τον χρόνο και για τον εργαζόμενο σε 39,9 ευρώ. Με την περαιτέρω μείωση των εισφορών κατά 0,6 ποσοστιαία μονάδα, ο μισθωτός με τον κατώτατο μισθό θα λάβει στο χέρι 573,03 ευρώ και ο εργοδότης θα επιβαρυνθεί για εισφορές 808,33 ευρώ, κερδίζοντας συνολικά, το έτος, 57,54 ευρώ. Στα 800 ευρώ μεικτό μισθό, το ετήσιο όφελος για τον εργαζόμενο είναι 56 ευρώ και για τον εργοδότη 69,44 ευρώ. 

Στα 245 εκατ. το κόστος

Υπενθυμίζεται ότι η μείωση των 3 ποσοστιαίων μονάδων επιμερίζεται σε -1,79 ποσοστιαία μονάδα για τον εργοδότη και -1,21 ποσοστιαία μονάδα για τους εργαζομένους, περιορίζοντας τη συνολική επιβάρυνσή τους, και συμβάλλει αφενός στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, αφετέρου στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Οσο για το κόστος, εκτιμάται σε περίπου 245 εκατ. ευρώ ετησίως.

Υπενθυμίζεται ότι οι εισφορές είχαν ήδη μειωθεί κατά 0,9 ποσοστιαία μονάδα τον Ιούνιο του 2020 για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης και πλέον η συνολική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ανέρχεται σε 3,9 ποσοστιαίες μονάδες.Επομένως οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών –εργοδοτικές και εργατικές– ανέρχονται σε 36,66%.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ν. 4387/2016, γνωστού και ως νόμου Κατρούγκαλου, από τον Ιούνιο του 2019 έως τον Μάιο του 2022 οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης –υποχρεωτικές για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα– ανέρχονται σε 6,5%. Από τον Ιούνιο του 2022 οι εν λόγω εισφορές ήδη προβλέπεται να πέσουν στο 6%.

Με την επιπλέον μείωση κατά 0,6 ποσοστιαία μονάδα η σωρευτική ελάφρυνση του μη μισθολογικού κόστους της μισθωτής απασχόλησης θα φτάσει τις 5 ποσοστιαίες μονάδες και οι εισφορές θα μειωθούν στο 35,56%, ήτοι μια ελάφρυνση της τάξης του 12,32%.