ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φοροδοξίες: Γνωρίζετε ότι…

forodoxies-gnorizete-oti-amp-8230-561644089

Ηλεκτρονικά, μέσω της εφαρμογής myProperty – Φορολογία Δωρεών – Γονικών Παροχών της ΑΑΔΕ, υποβάλλονται οι αρχικές εμπρόθεσμες δηλώσεις φόρου δωρεάς και γονικής παροχής, για τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου δωρεάς ή γονικής παροχής, εφόσον η φορολογική υποχρέωση γεννιέται μετά την έναρξη της ηλεκτρονικής εφαρμογής. Ειδικότερα, ηλεκτρονική υποβολή είναι δυνατή, κυρίως, σε περιπτώσεις που η δωρεά ή η γονική παροχή αφορά ακίνητα τα οποία βρίσκονται σε περιοχές στις οποίες ισχύει το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων, κινητά περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους (ενδεικτικά: μετοχές, απαιτήσεις, αξίες, αυτοκίνητα, έργα τέχνης κ.λπ.) και χρηματικά ποσά, προς συζύγους, πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, παιδιά, εγγόνια και γονείς. Υπενθυμίζεται ότι από 1.10.2021 το αφορολόγητο όριο για γονικές παροχές και δωρεές προς τα παραπάνω πρόσωπα έχει αυξηθεί στο ποσό των 800.000 ευρώ και αφορά όλα τα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των χρηματικών ποσών που μεταφέρονται μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Σημειώνεται ότι οι παραπάνω δωρεές και γονικές παροχές δεν συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό του φόρου κληρονομιάς μεταξύ των ίδιων προσώπων, υπό την έννοια ότι δεν μειώνουν ανάλογα το αφορολόγητο που ισχύει στη φορολογία κληρονομιών. Συνεπώς, κατά κανόνα, η μεταβίβαση εν ζωή σημαντικού μέρους της οικογενειακής περιουσίας στην επόμενη γενιά, όπως φαίνεται ότι είναι ο σκοπός του νομοθέτη, δεν θα έχει ως συνέπεια την αυξημένη φορολογική υποχρέωση των κληρονόμων (Α. 1249/2021, Ε. 2193/2021).

Εάν από λάθος της ΔΟΥ ο φορολογούμενος καταβάλει μειωμένο ή καθόλου φόρο, τότε απαλλάσσεται από πρόσθετο φόρο και προσαυξήσεις που τυχόν επιβληθούν σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου. Ειδικότερα, κατόπιν διενέργειας φορολογικού ελέγχου σε φυσικό πρόσωπο που είχε λάβει αποζημίωση (ως δικαιούχος) από ασφαλιστική εταιρεία εξαιτίας θανάτου του ασφαλισμένου – μη συγγενικού του προσώπου, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε προβεί στην καταβολή φόρου δωρεάς, παρότι είχε υποβάλει δηλώσεις δωρεάς αιτία θανάτου στην αρμόδια ΔΟΥ, ως όφειλε. Αιτία για τη μη καταβολή του φόρου ήταν η κρίση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ότι η εν λόγω ασφαλιστική αποζημίωση δεν υπόκειται λόγω της φύσης της σε φόρο δωρεάς. Εντούτοις, ο φορολογικός έλεγχος θεώρησε ότι η ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του ασφαλισμένου – αποβιώσαντος και της ασφαλιστικής εταιρείας είχε για τον δικαιούχο – μη συγγενικό πρόσωπο του ασφαλισμένου τα αποτελέσματα της δωρεάς και υπόκειται σε φόρο, καθώς οδήγησε σε αύξηση της περιουσίας του χωρίς την καταβολή εκ μέρους του ανταλλάγματος, εκτεινόμενης στο ποσό της αποζημίωσης που καταβλήθηκε σε αυτόν από την ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει της σύμβασης που συνήφθη μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου ενόσω ο τελευταίος βρισκόταν εν ζωή. Ετσι, επιβλήθηκε στον ελεγχόμενο φόρος δωρεάς και προσαύξηση 50% επί αυτού ως πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης. Δεδομένου όμως ότι ο φορολογούμενος είχε προβεί σε υποβολή της σχετικής δήλωσης, η οποία περιείχε όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία που απαιτούνται για τον υπολογισμό του φόρου δωρεάς και ο τελευταίος δεν καταβλήθηκε λόγω λάθους της ΔΟΥ, κρίθηκε κατόπιν προσφυγής του ότι δεν υφίσταται υποβολή ανακριβούς δήλωσης από την πλευρά του και ότι απαλλάσσεται από την αντίστοιχη προσαύξηση (ΔΕΔ Α 2896/2021).

Ατυπη εταιρεία δεν υπόκειται αυτοτελώς σε φόρο εισοδήματος για εισοδήματα πριν από τις 31.12.2013. Αυτή ήταν η κρίση του ΣτΕ για δύο φυσικά πρόσωπα που προέβαιναν από κοινού και συστηματικά σε αγοραπωλησίες ακινήτων, για τις οποίες η φορολογική αρχή θεώρησε ότι υπήρχε σκοπός κέρδους και διενεργήθηκαν στο πλαίσιο άτυπης προσωπικής εταιρείας. Με την εν λόγω αιτιολογία η φορολογική αρχή προέβη σε αναλογική ερμηνεία των διατάξεων του προϊσχύοντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος –που έχρηζε εφαρμογής κατά την ελεγχόμενη χρήση και προ του 2014 εν γένει– και έκρινε ότι η δράση των ελεγχομένων συνιστούσε άτυπη εταιρεία που υπαγόταν σε φορολογία εισοδήματος καθώς και ότι η παράλειψη υποβολής της σχετικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος υπόκειτο σε δεκαπενταετή παραγραφή. Ωστόσο, το ΣτΕ διευκρίνισε ότι η αναλογική ερμηνεία του νόμου ήταν εσφαλμένη, καθώς η εκ του νόμου αναφορά των υποκειμένων σε φόρο εισοδήματος ήταν εξαντλητική και όχι ενδεικτική, η δε άτυπη εταιρεία δεν συμπεριλαμβανόταν στα ρητώς αναγραφόμενα υποκείμενα φορολογίας εισοδήματος στον προϊσχύοντα ΚΦΕ. Ως εκ τούτου, δεν υφίστατο για τους εν λόγω ελεγχομένους υποχρέωση υποβολής σχετικής φορολογικής δήλωσης και ο ορθός χρόνος παραγραφής ήταν πενταετής, με αποτέλεσμα να έχει ήδη παρέλθει το εν λόγω χρονικό διάστημα.