Επιπλέον τόκοι 1 δισ. έως το 2023 για δανειολήπτες

Επιπλέον τόκοι 1 δισ. έως το 2023 για δανειολήπτες

Πρόσθετο βάρος για τη συντριπτική πλειονότητα των δανείων που συνδέονται με το euribor η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ

3' 40" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Τέλος στο φθηνό χρήμα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά σηματοδοτεί η πρόθεση της ΕΚΤ να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων εντός του Ιουλίου, εξέλιξη που θα συμπαρασύρει τη συντριπτική πλειονότητα των δανείων που συνδέονται με το euribor. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, πρόκειται για το 90% των συνολικών δανείων, που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους οι τράπεζες, δηλαδή περί τα 90 δισ. ευρώ αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που έχουν πωληθεί σε funds –περί τα 70 δισ. ευρώ– και τα οποία τιμολογούνται επίσης με κυμαινόμενο επιτόκιο και συγκεκριμένα βάσει του euribor 3μήνου.

Συνολικά τα δάνεια που θα ανατιμολογηθούν αυτόματα εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 150 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας τους επιπλέον τόκους που θα κληθούν να πληρώσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά από τις αυξήσεις επιτοκίων που θα κάνει η ΕΚΤ έως το 2023, κοντά στο 1 δισ. ευρώ. Η πρόβλεψη αυτή αφορά το σύνολο του ιδιωτικού χρέους, δηλαδή τόσο αυτά που οφείλουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά προς τις τράπεζες και τα οποία είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα πλέον ενήμερα, όσο και τα δάνεια που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των funds και τα οποία είναι είτε σε ρύθμιση είτε σε καθυστέρηση, εντείνοντας τις πιέσεις για όσους ανταποκρίνονταν μέχρι σήμερα στις δανειακές τους υποχρεώσεις με δυσκολία.

Να σημειωθεί ότι με βάση τις προβλέψεις, η πρώτη άνοδος επιτοκίων από την ΕΚΤ που έχει προεξοφληθεί για τον Ιούλιο θα είναι της τάξης του 0,25 και μια δεύτερη ισόποση άνοδος θα υπάρξει το δ΄ τρίμηνο του έτους. Ετσι μέχρι τα τέλη του 2022 τα επιτόκια θα αυξηθούν κατά 0,50% με προοπτική να ξεπεράσουν τη 1% το 2023 και το 1,5% το 2024. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος του κόστους χρήματος –με βάση τις σημερινές προβολές για το επίπεδο του πληθωρισμού– θα έχει διάρκεια, ακολουθώντας σταθερά ανοδική πορεία για τα επόμενα 3-5 χρόνια, με το βασικό επιτόκιο να διαμορφώνεται στην περιοχή του 1,50%-1,80% έως και το 2025. Το επίπεδο αυτό σηματοδοτεί το τέλος της εποχής του φθηνού χρήματος που απολαμβάνουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και το οποίο αποτέλεσε σύμμαχο για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων τα τελευταία κρίσιμα χρόνια.

Για ένα στεγαστικό 20ετίας 100.000 ευρώ η άνοδος κατά 0,50% του euribor ανεβάζει τη δόση από τα 563 στα 588 ευρώ.

Για ένα στεγαστικό δάνειο 100.000 ευρώ η επιβάρυνση λόγω της ανόδου του euribor 3μήνου κατά 0,50% ξεκινάει από 25 ευρώ τον μήνα εάν η διάρκεια του δανείου είναι π.χ. τα 20 έτη, ανεβάζοντας τη δόση από τα 563 στα 588 ευρώ τον μήνα. Διπλάσια, και συγκεκριμένα 51 ευρώ, θα είναι η επιβάρυνση για το ίδιο δάνειο στην περίπτωση που το euribor αυξηθεί κατά 1 μονάδα, ανεβάζοντας τη δόση του δανείου από τα 563 στα 614 ευρώ για την ίδια διάρκεια δανείου, δηλαδή τα 20 έτη. Το παράδειγμα έχει υπολογιστεί με βάση τελικό επιτόκιο 3,04%, που είναι συνάρτηση του σημερινού euribor 3μήνου που είναι αρνητικό –και συγκεκριμένα στο -0,46%–, πάνω στο οποίο προστίθεται το περιθώριο που εισπράττει η τράπεζα. Για ένα επιχειρηματικό δάνειο μικρής επιχείρησης π.χ. 200.000 ευρώ με 10ετή διάρκεια και επιτόκιο της τάξης του 5,5%, η αύξηση του euribor κατά 0,50 θα συμπαρασύρει σε αύξηση της δόσης κατά 50 ευρώ. Η αύξηση της μηνιαίας επιβάρυνσης διαμορφώνεται στα 102 ευρώ εάν η άνοδος του επιτοκίου φτάσει τη 1 μονάδα, ανεβάζοντας τη δόση από τα 2.235 ευρώ στα 2.337 ευρώ.

Οι καταθέσεις

Το κόστος για νοικοκυριά για επιχειρήσεις μάλιστα εκτιμάται ότι θα είναι μονομερές έως τις πρώτες 50 μονάδες βάσης καθώς, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, θα αφήσει ανεπηρέαστες τις καταθέσεις, οι αποδόσεις των οποίων θα παραμείνουν στα ίδια σχεδόν επίπεδα. Οπως εξηγούν στην «Κ» αρμόδια στελέχη, η άνοδος των επιτοκίων στις καταθέσεις θα αρχίσει να αποτυπώνεται εφόσον η ΕΚΤ αυξήσει το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων κοντά στο 0,50%, δηλαδή κατά 1 μονάδα πάνω από τα σημερινά επίπεδα. Η «πριμοδότηση» των καταθέσεων εκτιμάται ότι θα είναι μικρότερη της ονομαστικής αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ, αφού, όπως είναι γνωστό, στα καταθετικά επιτόκια δεν υπάρχει αυτόματος μηχανισμός ανατιμολόγησης, όπως συμβαίνει με τα επιτόκια χορηγήσεων. Για αυτό άλλωστε τα επιτόκια καταθέσεων μέχρι σήμερα –παρότι χαμηλά– δεν έχουν γίνει αρνητικά, όπως υπαγορεύει η πορεία του euribor τα τελευταία χρόνια που βρίσκεται στο -0,4%, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει μετακυλιστεί στους καταθέτες. Η διατήρηση των επιτοκίων καταθέσεων σε οριακά έστω θετικό έδαφος –κοντά στο 0,20% τα δύο τελευταία χρόνια– σημαίνει ότι οι Ελληνες καταθέτες έχουν προστατευθεί από τα αρνητικά επιτόκια σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου πολλές εμπορικές τράπεζες έχουν εφαρμόσει πολιτική αρνητικών επιτοκίων.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT