Η διεθνής τραπεζική κρίση και η παγκόσμια οικονομία

Η διεθνής τραπεζική κρίση και η παγκόσμια οικονομία

4' 42" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Η τραπεζική κρίση που έπληξε τη Silicon Valley Bank (SVB) την περασμένη εβδομάδα έχει εξαπλωθεί. Θυμόμαστε με τρόμο τη διασπορά δύο πρόσφατων χρηματοπιστωτικών κρίσεων: την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997, η οποία οδήγησε σε μια βαθιά ασιατική ύφεση, και τη Μεγάλη Υφεση του 2008, η οποία οδήγησε σε παγκόσμια ύφεση. Η νέα τραπεζική κρίση πλήττει μια παγκόσμια οικονομία που έχει ήδη διαταραχθεί από πανδημίες, πολέμους, κυρώσεις, γεωπολιτικές εντάσεις και κλιματικά δεινά.

Στη ρίζα της τρέχουσας τραπεζικής κρίσης βρίσκεται ο περιορισμός των νομισματικών συνθηκών από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έπειτα από χρόνια επεκτατικής νομισματικής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια, τόσο η Fed όσο και η ΕΚΤ διατήρησαν τα επιτόκια κοντά στο μηδέν και διοχέτευσαν ρευστότητα στην οικονομία, ιδίως ως αντιμετώπιση της πανδημίας. Το εύκολο χρήμα οδήγησε σε πληθωρισμό το 2022 και οι δύο κεντρικές τράπεζες σκληραίνουν τώρα τη νομισματική πολιτική και αυξάνουν τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό.

Τράπεζες όπως η SVB δέχονται βραχυπρόθεσμες καταθέσεις και τις χρησιμοποιούν για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Οι τράπεζες καταβάλλουν τόκους επί των καταθέσεων και στοχεύουν σε υψηλότερες αποδόσεις από τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Οταν οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, οι καταβαλλόμενοι τόκοι για τις καταθέσεις ενδέχεται να υπερβαίνουν τα κέρδη από τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Στην περίπτωση αυτή, τα κέρδη και το κεφάλαιο των τραπεζών μειώνονται. Οι τράπεζες μπορεί να χρειαστεί να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για να παραμείνουν σε λειτουργία και ασφαλείς. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κάποιες τράπεζες μπορεί να χρεοκοπήσουν.

Ακόμη και μια φερέγγυα τράπεζα μπορεί να χρεοκοπήσει εάν οι καταθέτες πανικοβληθούν και προσπαθήσουν ξαφνικά να αποσύρουν τις καταθέσεις τους, ένα φαινόμενο γνωστό ως bank run. Κάθε καταθέτης σπεύδει να αποσύρει τις καταθέσεις του πριν από τους άλλους καταθέτες. Δεδομένου ότι τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας είναι δεσμευμένα σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, η τράπεζα δεν έχει τη ρευστότητα να παράσχει άμεσα μετρητά στους πανικόβλητους καταθέτες. Η SVB υπέστη ένα τέτοιο bank run και εξαγοράστηκε γρήγορα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Τα bank runs είναι ένας συνήθης κίνδυνος, αλλά μπορούν να αποφευχθούν με τρεις τρόπους. Πρώτον, οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν αρκετά κεφάλαια για να απορροφούν τις ζημίες. Δεύτερον, σε περίπτωση bank run, οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να παρέχουν στις τράπεζες έκτακτη ρευστότητα, βάζοντας έτσι τέλος στον πανικό. Τρίτον, η κρατική ασφάλιση καταθέσεων θα πρέπει να καθησυχάζει τους καταθέτες.

Και οι τρεις μηχανισμοί ενδέχεται να απέτυχαν στην περίπτωση της SVB. Πρώτον, η SVB άφησε προφανώς τον ισολογισμό της να υποστεί σοβαρή ζημία και οι ρυθμιστικές αρχές δεν αντέδρασαν εγκαίρως. Δεύτερον, για ασαφείς λόγους, οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ έκλεισαν την SVB αντί να παράσχουν έκτακτη ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα. Τρίτον, η εγγύηση των καταθέσεων στις ΗΠΑ μόνο μέχρι 250.000 δολάρια ΗΠΑ, δεν σταμάτησε το run των μεγάλων καταθετών. Μετά το bank run, οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι θα εγγυηθούν όλες τις καταθέσεις.

Το άμεσο ερώτημα είναι αν η χρεοκοπία της SVB αποτελεί την απαρχή μιας γενικότερης τραπεζικής κρίσης. Η άνοδος των επιτοκίων της αγοράς που προκλήθηκε από τους περιορισμούς της Fed και της ΕΚΤ έχει πλήξει και άλλες τράπεζες. Τώρα που προέκυψε μια τραπεζική κρίση, ο πανικός των καταθετών είναι πιο πιθανός.

Ακόμη και μια φερέγγυα τράπεζα μπορεί να χρεοκοπήσει εάν οι καταθέτες πανικοβληθούν και προσπαθήσουν ξαφνικά να αποσύρουν τις καταθέσεις τους.

Τα μελλοντικά bank runs μπορούν να αποφευχθούν εάν οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου παρέχουν άφθονη ρευστότητα στις τράπεζες που είναι αντιμέτωπες με αυτά. Η ελβετική κεντρική τράπεζα χορήγησε δάνειο στην Credit Suisse για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ παρείχε τις τελευταίες ημέρες νέα δάνεια ύψους 152 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις αμερικανικές τράπεζες.

Ο έκτακτος δανεισμός, ωστόσο, αντισταθμίζει κατά ένα μέρος τις προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών να ελέγξουν τον πληθωρισμό. Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε δίλημμα. Ανεβάζοντας τα επιτόκια, καθιστούν πιο πιθανά τα bank runs. Εάν διατηρήσουν όμως τα επιτόκια πολύ χαμηλά, οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πιθανό να συνεχιστούν.

Οι κεντρικές τράπεζες θα προσπαθήσουν να επιτύχουν και τα δύο: υψηλότερα επιτόκια συν έκτακτη ρευστότητα, αν χρειαστεί. Αυτή είναι η σωστή προσέγγιση, ωστόσο έχει κόστος. Οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης βίωναν ήδη στασιμοπληθωρισμό: υψηλός πληθωρισμός και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η τραπεζική κρίση θα επιδεινώσει τον στασιμοπληθωρισμό και ενδεχομένως θα οδηγήσει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη σε ύφεση.

Μέρος του στασιμοπληθωρισμού ήταν συνέπεια της COVID-19, που οδήγησε τις κεντρικές τράπεζες να αντλήσουν μαζική ρευστότητα το 2020, προκαλώντας πληθωρισμό το 2022. Μέρος του στασιμοπληθωρισμού είναι αποτέλεσμα των κραδασμών που προκαλούνται από τη μακροχρόνια κλιματική αλλαγή. Τα κλιματικά πλήγματα θα μπορούσαν να γίνουν χειρότερα φέτος, αν εκδηλωθεί ένα νέο Ελ Νίνιο στον Ειρηνικό, όπως θεωρούν όλο και πιο πιθανό οι επιστήμονες.

Ωστόσο, ο στασιμοπληθωρισμός έχει επίσης ενταθεί από τις οικονομικές διαταραχές που προκλήθηκαν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις κυρώσεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε. κατά της Ρωσίας και τις αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Αυτοί οι γεωπολιτικοί παράγοντες έχουν διαταράξει την παγκόσμια οικονομία πλήττοντας τις αλυσίδες εφοδιασμού, ανεβάζοντας τα κόστη και τις τιμές και εμποδίζοντας παράλληλα την παραγωγή.

Θα πρέπει να θεωρήσουμε τη διπλωματία βασικό μακροοικονομικό εργαλείο. Εάν η διπλωματία χρησιμοποιηθεί για να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, να καταργηθούν σταδιακά οι δαπανηρές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και να μειωθούν οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, τότε όχι μόνο ο κόσμος θα είναι πιο ασφαλής, αλλά και ο στασιμοπληθωρισμός θα μειωθεί. Η ειρήνη και η συνεργασία είναι η καλύτερη θεραπεία για τους αυξανόμενους οικονομικούς κινδύνους.

Ο κ. Τζέφρι Ντ. Σακς είναι καθηγητής και διευθυντής του Κέντρου Αειφόρου Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και πρόεδρος του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ.

Ειδήσεις σήμερα

Ακολουθήστε το kathimerini.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο kathimerini.gr 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT