Αρθρο Γ. Ζανιά στην «Κ»: Ξαναβρίσκοντας τη χαμένη επενδυτική βαθμίδα

Αρθρο Γ. Ζανιά στην «Κ»: Ξαναβρίσκοντας τη χαμένη επενδυτική βαθμίδα

Η πιο σημαντική ωφέλεια για τη χώρα μας είναι η σηματοδότηση του τέλους μιας πολύ δύσκολης περιόδου μακροχρόνιας κρίσης

4' 41" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Η επενδυτική βαθμίδα χάθηκε τον Ιούνιο του 2010, όταν με το ξέσπασμα της κρίσης χρέους και την είσοδο της χώρας στην εποχή των μνημονίων, τελευταία η Moody’s υποβάθμισε το αξιόχρεο της χώρας κατά τέσσερις βαθμίδες σε μια μέρα. Χρειάστηκε να περάσουν 13 χρόνια για να ξεκινήσει σταδιακά, φέτος το καλοκαίρι, η ανάκτησή της, πρώτα από τους μικρότερους οίκους αξιολόγησης και ελπίζουμε πως θα συνεχίσει με έναν, τουλάχιστον, από τους τρεις σημαντικότερους – Moody’s, Standard and Poor’s και Fitch. Αλλες χώρες της Ευρωζώνης που εφάρμοσαν οικονομικά προγράμματα επέστρεψαν στην επενδυτική βαθμίδα εδώ και καιρό και σχετικά πιο σύντομα, μετά το τέλος των δικών τους μνημονίων.

Τα πλεονεκτήματα της επενδυτικής βαθμίδας

Η βελτίωση των αξιολογήσεων μιας χώρας από τους διεθνείς οίκους είναι πολύ θετική εξέλιξη επειδή:

– Eπηρεάζει τον καθορισμό των επιτοκίων με τα οποία οι χώρες δανείζονται από τις διεθνείς αγορές.

– Οδηγεί σε βελτίωση των αξιολογήσεων των τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων της χώρας καθώς η αξιολόγηση του δημόσιου χρέους (sovereign rating) συνήθως περιορίζει και αυτές τις αναβαθμίσεις.

– Βελτιώνει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα την εισροή περισσότερων κεφαλαίων είτε μέσω του χρηματιστηρίου είτε ως άμεσες ξένες επενδύσεις.

Η αναβάθμιση στην επενδυτική βαθμίδα αποτελεί ένα σημαντικό «κεφαλόσκαλο» στην κλίμακα των αξιολογήσεων καθώς συνιστά αλλαγή κατηγορίας μεταξύ «σκουπιδιών» και επενδυτικής βαθμίδας. Αυτός ο διαχωρισμός καθορίζει και τις δυνατότητες τοποθετήσεων πολλών θεσμικών επενδυτών (αμοιβαία κεφάλαια, κρατικά επενδυτικά κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία, κ.λπ.) σε επενδυτικά προϊόντα της χώρας καθώς έχουν συμβατική υποχρέωση να επενδύουν το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των αποθεματικών τους, αρκετά τρισ., σε τίτλους με επενδυτική βαθμίδα.

Αυτό σημαίνει πως πιθανότατα θα υπάρξει εισροή κεφαλαίων για ελληνικούς τίτλους, οδηγώντας σε κάποια αποκλιμάκωση των περιθωρίων (spreads) των ομολόγων, ιδιαίτερα δε επειδή τα διαθέσιμα προς πώληση (free float) ομόλογα της Ελληνικής Δημοκρατίας σε σχέση με τα κεφάλαια που θα εισρεύσουν είναι σχετικά λίγα, κοντά στα 10 δισ. ευρώ μόνο.

Αυτή η εξέλιξη σταδιακά θα συμπαρασύρει και άλλα επιτόκια, μειώνοντας το κόστος του χρήματος. Αυτή τη στιγμή το περιθώριο με το οποίο δανείζονται οι ελληνικές τράπεζες, εκδίδοντας ομόλογα κ.λπ., βρίσκεται (π.χ. για έναν τίτλο πενταετίας) γύρω στις 300 μονάδες βάσης πάνω από το αντίστοιχο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ενας από τους λόγους για το «φουσκωμένο» αυτό περιθώριο είναι και η χαμηλή επενδυτική βαθμίδα και αναμένεται να μειωθεί με την αναβάθμιση. Στην Ιταλία, που βρίσκεται σε επενδυτική βαθμίδα, τα αντίστοιχα περιθώρια είναι περίπου στις 100 μονάδες.

Επίσης, η αναβάθμιση επηρεάζει θετικά την αξία του ενέχυρου των τραπεζών της χώρας, και το σχετικό «κούρεμα» στην ΕΚΤ για την απόκτηση ρευστότητας, ενώ η συγκυρία της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής καθιστά ακόμη πιο σημαντική την απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας προκειμένου να μετριαστεί η άνοδος των επιτοκίων στον δανεισμό του κράτους και ευρύτερα.

Ισως όμως η πιο σημαντική ωφέλεια για τη χώρα μας είναι η σηματοδότηση του τέλους μιας πολύ δύσκολης περιόδου μακροχρόνιας κρίσης, κατά τη διάρκεια της οποίας η χώρα μας χαρακτηριζόταν ως «ειδική περίπτωση χώρας» (special case country) με τον χαμηλότερο βαθμό αξιοπιστίας στην Ευρωζώνη, και όχι μόνο. Η βελτίωση της αξιοπιστίας, η οποία σε σημαντικό βαθμό έχει σταδιακά επιτευχθεί, αναμένεται να ενεργοποιήσει το πρόσθετο «αναπτυξιακό απόθεμα» της χώρας, το οποίο συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης, όπως οι πολλές προς αξιοποίηση ευκαιρίες και το νέο τοπίο μετά τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν κυρίως την περίοδο των μνημονίων. Βέβαια, αυτά έχουν ως ένα σημείο προεξοφληθεί, αλλά σίγουρα υπάρχουν κάποια περιθώρια τα οποία θα εκδηλωθούν μετά την αναβάθμιση.

Μετά την επενδυτική βαθμίδα τι;

Ενώ η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας είναι σημαντική για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, αυτή η θετική εξέλιξη δεν αποτελεί παρά ένα, σημαντικό βέβαια, σκαλοπάτι σε μια σκάλα που έχει πολλά σκαλοπάτια. Αξίζει να σημειωθεί πως η χώρα μας είχε φτάσει στη βαθμίδα Α+ πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, δηλαδή πέντε βαθμίδες πάνω από την επενδυτική. Ετσι, ενώ η αναβάθμιση στην επενδυτική βαθμίδα επιτεύχθηκε με τον μικρότερο μέχρι στιγμής οίκο αξιολόγησης που αναγνωρίζει η ΕΚΤ, η διατήρηση αυτής της κατάστασης και οι περαιτέρω αναβαθμίσεις σίγουρα αποτελούν μια σημαντική πρόκληση.

Στα θετικά της μελλοντικής εξέλιξης είναι πως η χώρα διανύει μια περίοδο ανάπτυξης ταχύτερης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που αναμένεται να συνεχιστεί για τα επόμενα λίγα χρόνια λόγω του αναπτυξιακού αποθέματος που μας κληροδότησαν τα μνημόνια, τα πολύ σημαντικά ευρωπαϊκά κονδύλια και η βελτίωση της αξιοπιστίας της χώρας. Τα σημερινά ποιοτικά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους, ο πρόσφατος πληθωρισμός και η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων συνεχίζουν να στηρίζουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Υπάρχουν όμως και σημαντικές προκλήσεις, οι οποίες μας υπενθυμίζουν πως αν δεν προσέξουμε, η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει κάποια στιγμή στο μέλλον. Ηδη το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης έχει φτάσει τα 404 δισ. ευρώ όταν στο τέλος του 2009 και πριν από το PSI ήταν 299 δισ. Με πολύ καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά σήμερα βέβαια, τα οποία όμως σταδιακά θα επιβαρύνονται, καθώς η αναχρηματοδότηση του χρέους που λήγει κάθε χρόνο θα γίνεται με ομόλογα πολύ μικρότερης διάρκειας από τα σχεδόν 20 χρόνια, που είναι η μέση ληκτότητα του χρέους σήμερα, και με επιτόκια πολύ υψηλότερα από το 1,5% περίπου που έχει το υπάρχον δημόσιο χρέος σήμερα. Ηδη αυτή η διαδικασία έχει επιβαρύνει τις λήξεις των ομολόγων στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Ενώ σε καμία περίπτωση αυτή τη στιγμή δεν παραμονεύουν οι κίνδυνοι της προηγούμενης δεκαπενταετίας, η τυχόν επικράτηση κακών πρακτικών μακροχρόνια ενέχει κινδύνους. Μόνο οι μεταρρυθμίσεις και η συνετή δημοσιονομική πολιτική μπορούν να ανανεώνουν τη δυναμική για περαιτέρω αναβαθμίσεις. Σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς εμείς δεν μπορεί να παραμένουμε ακίνητοι, ιδιαίτερα μέσα σε μια νομισματική ένωση στην οποία βέβαια δεν υπάρχει το εργαλείο της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Ο κ. Γιώργος Π. Ζανιάς είναι ομότιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Eurobank.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή