Μεγάλος ασθενής της Ευρώπης η γερμανική οικονομία

Μεγάλος ασθενής της Ευρώπης η γερμανική οικονομία

Αιτίες η απώλεια του ρωσικού αερίου, η Κίνα, η αδράνεια σε χρόνια προβλήματα

3' 40" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Υπήρξε το γερμανικό θαύμα, η οικονομία που επί δεκαετίες κατέγραφε τη μια επιτυχία μετά την άλλη, που κυριάρχησε στις διεθνείς αγορές με τη βαριά βιομηχανία της, από τα αυτοκίνητα πολυτελείας μέχρι τον μηχανολογικό εξοπλισμό εργοστασίων και πουλούσε τόσο πολλά στον υπόλοιπο κόσμο, ώστε να βασίζεται κατά το ήμισυ στις εξαγωγές της. Προσέφερε άφθονες θέσεις εργασίας στο εργατικό της δυναμικό και τα ταμεία του κράτους ήταν γεμάτα όταν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες βούλιαζαν μέσα στο χρέος. Και επί χρόνια γράφονταν βιβλία και πραγματείες για το πόσο είχε να διδάξει η Γερμανία στις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Οχι πια όμως.

Σήμερα η Γερμανία παρουσιάζει τις χειρότερες επιδόσεις ανάμεσα σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες και οδεύει προς την ύφεση, όπως κατηγορηματικά προβλέπουν τόσο το ΔΝΤ όσο και η Ε.Ε., με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται όλο και συχνότερα «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης». Και όπως επισημαίνει σε σχετικό ρεπορτάζ το δίκτυο euronews, η απώλεια του ρωσικού φυσικού αερίου που τροφοδοτούσε τις γερμανικές βιομηχανίες, όλες εντάσεως ενέργειας, έπαιξε αναμφίβολα ρόλο στη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει η άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας. Συνηγόρησαν και άλλοι παράγοντες, όπως η επιβράδυνση της Κίνας, καίριου εμπορικού της εταίρου, στην οποία πραγματοποιούσε εκτεταμένες εξαγωγές. Ενώπιον, όμως, της τωρινής δυσχέρειας κρίνονται και επικρίνονται καίριες επιλογές της Γερμανίας, που έχουν ληφθεί είτε προσφάτως είτε στα χρόνια της ανάπτυξης και της ευημερίας. Αναφερόμενος στον κίνδυνο της αποβιομηχάνισης, που απειλεί αυτή τη στιγμή τη Γερμανία, ο Κρίστιαν Κούλμαν, διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης γερμανικής εταιρείας χημικών, της Evonik Industries, τονίζει πως αιτίες είναι το υψηλό κόστος της ενέργειας και η αδράνεια της κυβέρνησης. Οπως τονίζει, το Βερολίνο δεν αντιμετώπισε χρόνια προβλήματα της γερμανικής οικονομίας, παθογένειες που αφέθηκαν να επιδεινωθούν και σήμερα ενδέχεται να στείλουν αλλού τις νέες μονάδες παραγωγής και τις καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας.

Η τιμή του φυσικού αερίου είναι σήμερα περίπου διπλάσια από την αντίστοιχη του 2021 και πλήττει καίρια τις βιομηχανίες, που πρέπει να διατηρούν τα μέταλλα ή το γυαλί σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες ή θερμοκρασίες τήξης σε 24ωρη βάση, προκειμένου να παράγουν γυαλί, μεταλλικά εξαρτήματα και χαρτί, που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή αυτοκινήτων και κτιρίων. Σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της Κίνας, αυτά τα εξωτερικά πλήγματα έχουν φέρει στην επιφάνεια τις ρωγμές που υπάρχουν στα θεμέλια της γερμανικής οικονομίας και τις οποίες αγνοούσε συστηματικά το κράτος στη διάρκεια των χρόνων της μεγάλης ανάπτυξης και της ευημερίας. Ανάμεσά τους οι υπερβολικά αργοί ρυθμοί με τους οποίους γινόταν η προσαρμογή των κρατικών υπηρεσιών, αλλά και των επιχειρήσεων στις ψηφιακές τεχνολογίες, με αποτέλεσμα η χώρα να μένει πίσω. Ανάμεσά τους, επίσης, και οι υπερβολικά παρατεταμένες και χρονοβόρες διαδικασίες της έγκρισης αδειών για τα τόσα αναγκαία και πολύτιμα σχέδια ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η Γερμανία παρουσιάζει τις χειρότερες επιδόσεις ανάμεσα σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες και οδεύει προς την ύφεση, όπως προβλέπουν ΔΝΤ και Ε.Ε.

Ωστόσο, μια από τις πλέον οδυνηρές συνειδητοποιήσεις, ενώπιον των οποίων βρίσκεται τώρα το γερμανικό κράτος, σχετίζεται με τα άφθονα κεφάλαια που βρίσκονταν πάντα στα ταμεία του κράτους. Αυτά συσσωρεύονταν εν μέρει επειδή αναβάλλονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως και επ’ αόριστον, οι απαιτούμενες επενδύσεις σε οδικά δίκτυα, σιδηροδρομικές συνδέσεις και υψηλές ταχύτητες Ιντερνετ στις αγροτικές περιοχές. Παράλληλα, τώρα αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης που έλαβε το Βερολίνο το 2011 να κλείσει τους εναπομείναντες πυρηνικούς αντιδραστήρες της χώρας εν μέσω της ενεργειακής ανασφάλειας, των υψηλών τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και των ελλείψεων. Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, οι επιχειρήσεις της Γερμανίας αντιμετωπίζουν σοβαρότατες ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού, σε μια στιγμή που έχουν ανάγκη να προσλάβουν σχεδόν δύο εκατομμύρια υπαλλήλους.

Σύμφωνα με τον Χόλγκερ Σμίντιγκ, επικεφαλής των οικονομολόγων της επενδυτικής τράπεζας Berenberg, η Γερμανία επαναπαύθηκε στις δάφνες της τη «χρυσή δεκαετία» της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης 2010-2020. Ο Σμίντιγκ, οικονομολόγος που έχει χαρακτηρίσει τη Γερμανία «μεγάλο ασθενή της Ευρώπης» από το 1998, πιστεύει πάντως ότι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι κάπως υπερβολικός σήμερα, δεδομένης της πολύ χαμηλής ανεργίας και των εύρωστων οικονομικών του κράτους. Οπως τονίζει, αυτά τα δύο στοιχεία προσφέρουν στη Γερμανία τα περιθώρια ελιγμών και την πίστωση χρόνου που χρειάζεται για να δράσει. Παράλληλα, όμως, κρατούν σε χαμηλά επίπεδα την πίεση για αλλαγή. Ο εν λόγω οικονομολόγος καλεί το Βερολίνο να πάρει άμεσα μέτρα για να δώσει τέλος στην ενεργειακή ανασφάλεια και την ανασφάλεια για το κόστος της ενέργειας. Και όπως τονίζει, «όποια μέτρα κι αν επιλεγούν, θα βοηθήσει αν η κυβέρνηση τα συμφωνήσει άμεσα, ώστε να γνωρίζουν οι επιχειρήσεις πώς να κινηθούν και να προσαρμοστούν, αντί να καθυστερούν τις επενδύσεις τους».

 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή