ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Νέος γύρος αναδιάρθρωσης και «λουκέτων» επιχειρήσεων

neos-gyros-anadiarthrosis-kai-loyketon-epicheiriseon-2107516

Την έναρξη του κύκλου αναδιάρθρωσης με συγχωνεύσεις αλλά και κλείσιμο επιχειρήσεων θα σηματοδοτήσει η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, που αναμένεται έως τα μέσα Δεκεμβρίου. Στο επίκεντρο θα βρεθούν οι υπερχρεωμένοι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας, μεταξύ των οποίων αυτοί των αλλαντικών, των εκδόσεων, της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας, των ιχθυοκαλλιεργειών, του αυτοκινήτου, της εστίασης, των ιατρικών υπηρεσιών και εξοπλισμού κ.ά.

Η κεφαλαιακή θωράκιση των τραπεζών θα ανοίξει και επίσημα την απαγορευμένη συζήτηση για τη λήψη δραστικών μέτρων στον τομέα των αναδιαρθρώσεων, με στόχο την εξυγίανση των χαρτοφυλακίων που, υπό τα βάρος της ύφεσης της οικονομίας, αλλά και αμαρτιών του παρελθόντος, βαρύνονται με υπέρογκα χρέη τα οποία δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Το κλείσιμο μεγάλων επιχειρήσεων σε σημαντικούς κλάδους της οικονομίας είναι θέμα χρόνου, καθώς έπειτα από οκτώ χρόνια κρίσης, έχει γίνει σαφές ότι η εγχώρια αγορά δεν «σηκώνει» όλους τους παίκτες.

Οι συγχωνεύσεις, οι πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, η κεφαλαιοποίηση χρεών, αλλά και οι διαγραφές ενός μεγάλου τμήματος των οφειλών, θα επιστρατευθούν ως εργαλεία σε συνδυασμό με την πώληση μέρους του χαρτοφυλακίου των δανείων σε ξένα funds. Εκτός από τις πωλήσεις δανείων με στόχο την απαλλαγή των τραπεζών από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι κινήσεις θα επεκταθούν και στη μεταβίβαση δανείων με στόχο τη διαχείριση των οφειλών και την πώληση επιχειρήσεων, που μπορούν να προσελκύσουν το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον.

Οι τράπεζες αναμένεται να λάβουν τον πρώτο λόγο στη διοίκηση όσων επιχειρήσεων δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να εφαρμόσουν ένα αποτελεσματικό σχέδιο αναδιοργάνωσης, εξοβελίζοντας τους μετόχους που με λάθη ή παραλείψεις απέτυχαν να εξυγιάνουν τις εταιρείες τους, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπήρξαν γενναίες αναδιαρθρώσεις και ρυθμίσεις των δανειακών τους υποχρεώσεων. Την επίσπευση των διαδικασιών αναμένεται να επιτρέψει η αναθεώρηση του νόμου για τη διαχείριση των επιχειρηματικών δανείων –γνωστός ως νόμος Δένδια– που έχει άλλωστε δρομολογηθεί ως προαπαιτούμενο από τη συμφωνία με τους πιστωτές, ενώ πρόσθετες αλλαγές δρομολογούνται για τον πτωχευτικό νόμο.

Με όπλο τη συμφωνία και τη ρητή δέσμευση για ξεκαθάρισμα του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι τράπεζες εμφανίζονται αποφασισμένες. Το πρόβλημα δεν σηκώνει άλλες αναβολές, καθώς έχει αγγίξει τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας, εξαντλώντας το επενδυτικό απόθεμα ακόμη και στους πιο παραγωγικούς κλάδους. Την οξύτητα του προβλήματος της υπερχρέωσης αποτυπώνει η ανάλυση των ισολογισμών 4.997 επιχειρήσεων που έκανε η Grant Thornton, με βάση την οποία για αρκετούς κλάδους η αποπληρωμή του δανεισμού τους είναι σχεδόν αδύνατη. Εξετάζοντας τα στοιχεία της περιόδου 2009 – 2014, παρά το γεγονός ότι ο δανεισμός των επιχειρήσεων μειώθηκε από τα 44,7 δισ. ευρώ στα 37,3 δισ. ευρώ, αυτό είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας πρόσβασης σε νέα δανειακά κεφάλαια, με συνέπεια τη συρρίκνωση της πραγματοποίησης νέων επενδύσεων. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση,το 40% του δανεισμού είναι βραχυπρόθεσμο και περί τα 21 δισ. ευρώ θα πρέπει να αποπληρωθούν είτε να αναδιαρθρωθούν εντός του 2015. Την ίδια στιγμή, ο δείκτης ρευστότητας των περισσότερων επιχειρήσεων είναι οριακός. Περισσότερες από μία στις τέσσερις επιχειρήσεις δεν καλύπτουν τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους με τα άμεσα ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού τους.

Στις επιχειρήσεις αυτές το συνολικό έλλειμμα κεφαλαίου κίνησης ανέρχεται στα 11,3 δισ. ευρώ, το οποίο θα πρέπει με τη σειρά του να χρηματοδοτηθεί άμεσα. Μία στις επτά επιχειρήσεις έχει κατά μέσο όρο δανεισμό υψηλότερο από τον κύκλο εργασιών της και το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερο όσο μειώνεται το μέγεθος των επιχειρήσεων. Το 2014, καθαρός δανεισμός ύψους 18,2 δισ. ευρώ αποδίδεται σε επιχειρήσεις των οποίων ο δανεισμός υπερέβαινε τις πωλήσεις.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 70% του συνολικού δανεισμού, ενώ οι μικρές και μεσαίες το υπόλοιπο 30%. Σύμφωνα με την ανάλυση, το χρέος των πολύ μεγάλων και μεγάλων επιχειρήσεων φθάνει τα 26 δισ. ευρώ, ενώ στα 11,4 δισ. ευρώ ανέρχεται το χρέος των μεσαίων και των μικρών.