ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μειωμένες αποζημιώσεις από ασφαλιστικές σε εξυγίανση

meiomenes-apozimioseis-apo-asfalistikes-se-exygiansi-2117092

Τη μείωση των απαιτήσεων που έχουν οι ασφαλισμένοι από μια ασφαλιστική επιχείρηση όταν αυτή τίθεται σε καθεστώς εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει η ΤτΕ ως αρμόδια εποπτική αρχή για τον ασφαλιστικό κλάδο. Αυτό προβλέπει ειδικό άρθρο στο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία Φερεγγυότητα II (Solvency II), που κατατέθηκε στη Βουλή και η οποία θα ισχύσει άμεσα με την ψήφισή της.

Η πρόβλεψη για τυχόν μείωση των απαιτήσεων που έχουν οι ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τους εταιρεία περιλαμβάνεται στα μέτρα της εξυγίανσης που μπορεί να επιβάλει η εποπτική αρχή, αφού λάβει υπόψη της τον βαθμό επιδείνωσης της οικονομικής θέσης του ασφαλισμένου σε σχέση με αυτή που θα βρισκόταν εάν η ασφαλιστική επιχείρηση έμπαινε σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Οπως ορίζεται, η μείωση των υποχρεώσεων που έχει μια ασφαλιστική επιχείρηση έναντι των ασφαλισμένων μπορεί να αφορά είτε τις εκκρεμείς αποζημιώσεις είτε τις ασφαλιστικές συμβάσεις που είναι σε ισχύ και μπορεί να διαφοροποιείται ανά κλάδο. Το σχετικό άρθρο αναφέρει ότι «το τελικό μετά την εν λόγω μείωση ασφαλισμένο κεφάλαιο ή το τελικό μετά την εν λόγω μείωση ύψος των καλυπτόμενων παροχών, καθώς και οι τυχόν συνεπακόλουθες τροποποιήσεις που επέρχονται σε στοιχεία που περιλαμβάνονται σε εν ισχύι ασφαλιστικές συμβάσεις, γνωστοποιούνται εγγράφως σε κάθε έναν κάτοχο ασφαλιστηρίου συμβολαίου».

Η πρόβλεψη για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης του ασφαλιστικού κλάδου θεωρείται αναγκαία λόγω και των αυξημένων κεφαλαιακών αναγκών που επιβάλλει η οδηγία Solvency, η εφαρμογή της οποίας πιθανολογείται ότι θα οδηγήσει σε συγχωνεύσεις εταιρειών, αλλά και σε κλείσιμο όσων επιχειρήσεων δεν κατορθώσουν να ανταποκριθούν στα υψηλά εποπτικά κεφάλαια που επιφέρει. Εκτός από τη μείωση των απαιτήσεων από ασφάλιση, τα μέτρα που μπορεί να ληφθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης περιλαμβάνουν επίσης την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης, την υποχρεωτική μεταβίβαση χαρτοφυλακίου και την αναστολή πληρωμών και, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, υλοποιούνται από τον διαχειριστή, ο οποίος διορίζεται από την ΤτΕ. Ο διαχειριστής αναλαμβάνει ουσιαστικά τη διοίκηση της ασφαλιστικής επιχείρησης για έναν χρόνο, που μπορεί έπειτα από παράταση να φτάσει το ανώτερο έως και τα τρία χρόνια. Τα μέτρα εξυγίανσης αποσκοπούν στην ανάκαμψη της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν συνεπάγονται την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, η οποία αποφασίζεται εφόσον και όταν η προσπάθεια εξυγίανσης αποτύχει.

Οι λόγοι για τον διορισμό διαχειριστή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση είναι, μεταξύ άλλων, όταν δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια ή δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή δεν διαθέτει κατάλληλα περιουσιακά στοιχεία για την κάλυψη των ασφαλιστικών υποχρεώσεών της ή όταν δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της εποπτικής αρχής για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ή όταν δεν συμμορφώνεται με την απόφαση για υποχρεωτική μεταβίβαση χαρτοφυλακίου της. Για τη μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου του χαρτοφυλακίου μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, καλούνται εταιρείες του κλάδου που, σύμφωνα με τον διαχειριστή, είναι κατάλληλες να συμμετάσχουν σε άτυπη και εμπιστευτική διαδικασία υποβολής προσφορών για την απόκτησή του. Η αποτυχία των μέτρων εξυγίανσης μπορεί να οδηγήσει στο κλείσιμο της ασφαλιστικής επιχείρησης, και, στην περίπτωση αυτή, οι ασφαλισμένοι αποζημιώνονται από το επικουρικό είτε το εγγυητικό κεφάλαιο, για αποζημιώσεις του κλάδου αυτοκινήτου ή των λοιπών κλάδων αντίστοιχα.