ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Κριστίν Λαγκάρντ κατακτά και την ΕΚΤ

i-kristin-lagkarnt-katakta-kai-tin-ekt-2326559

«Οχι, όχι, όχι, όχι, όχι, όχι». Με αυτήν την κατηγορηματική άρνηση είχε απαντήσει τον Σεπτέμβριο του 2018 η Κριστίν Λαγκάρντ σε ερώτηση δημοσιογράφου των Financial Times αν την ενδιέφερε να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι στο τιμόνι της ΕΚΤ ή γενικότερα να καταλάβει κάποιο από τα ανώτερα αξιώματα της Ε.Ε. Η διευθύντρια του ΔΝΤ είχε τότε υπογραμμίσει πως είχε «μια πολύ σημαντική αποστολή» να ολοκληρώσει και δεν είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει το πλοίο «τώρα που μας περιμένει θαλασσοταραχή». Λίγους μήνες αργότερα, όμως, δέχεται την «τιμή», όπως η ίδια τη χαρακτήρισε, να αναλάβει επόμενη πρόεδρος της τράπεζας και να σπάσει, έτσι, ένα ακόμη ανδρικό άβατο. Και βέβαια η «ροκ σταρ» του χρηματοπιστωτικού κόσμου, όπως τη χαρακτήρισαν ορισμένοι σχολιαστές μόλις ανακοινώθηκε ο διορισμός της, υπερίσχυσε για ακόμη μία φορά σειράς ανδρών υποψηφίων. Εχουν προηγηθεί δύο ακόμη ανδρικά άβατα στη σταδιοδρομία της: το τιμόνι του ΔΝΤ στο οποίο ήταν η πρώτη γυναίκα γενική διευθύντρια αλλά και το χαρτοφυλάκιο της υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας. Το ανέλαβε το 2007 και ήταν η πρώτη γυναίκα υπουργός Οικονομικών όχι μόνον στη χώρα της αλλά μεταξύ των χωρών του G8. Δευτερευόντως μπορεί να συνυπολογίσει κανείς στις κατακτήσεις της το ότι υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της εταιρείας Νομικών Baker&McKenzie.

Η ουσιαστική ιδιαιτερότητα του διορισμού τής 63χρονης Λαγκάρντ, όμως, συνίσταται στο ότι προτιμήθηκε έναντι στελεχών κεντρικών τραπεζών των οποίων τα ονόματα είχαν κατά καιρούς ακουστεί όσο περνούσαν οι μήνες και πλησίαζε το τέλος της θητείας του Μάριο Ντράγκι. Είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές οι ισορροπίες που τηρούνται μεταξύ εθνικοτήτων όταν επιλέγονται οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Ε.Ε.  και της Ευρωζώνης. Πέραν αυτών των ισορροπιών, όμως, η Κριστίν Λαγκάρντ επελέγη  χάρη στο διεθνές εκτόπισμα που διαθέτει ως επικεφαλής του ΔΝΤ και πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, παρά με τα ενδεδειγμένα για τη θέση προσόντα. Η Λαγκάρντ είναι νομικός και πολιτικός. Δεν είναι οικονομολόγος, δεν έχει διατελέσει στέλεχος κεντρικής τράπεζας και δεν έχει καμία εμπειρία στη χάραξη νομισματικής πολιτικής. Η διαφορά της από τους προκατόχους της τονίστηκε από όλους ανεξαιρέτως τους οικονομολόγους και αναλυτές που σχολίασαν τον διορισμό της. Οι περισσότεροι έτειναν, ωστόσο,  να υπερτονίσουν την ακτινοβολία της ως πολιτικού και τα επικοινωνιακά της χαρίσματα που θα χρησιμεύσουν στην ΕΚΤ όταν θα χρειαστεί να πείθει τις αγορές για την ορθότητα των επιλογών της.

Οι προκάτοχοί της στο τιμόνι της ΕΚΤ υπήρξαν όλοι πρόεδροι των κεντρικών τραπεζών των χωρών τους. Ειδικότερα ο Μάριο Ντράγκι, τον οποίο θα αντικαταστήσει, ηγήθηκε της τράπεζας στην πλέον ταραγμένη περίοδο από την ίδρυσή της και τη θέσπιση  του ευρώ και της Ευρωζώνης. Η Λαγκάρντ αναμένεται να βαδίσει στα χνάρια του και να ακολουθήσει την πολιτική που χάραξε ο Ντράγκι έστω και με κάποιο διαφορετικό στυλ διακυβέρνησης. Τον έχει υποστηρίξει, άλλωστε, ως επικεφαλής του ΔΝΤ, επικροτώντας την επιλογή του να εφαρμόσει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Γι’ αυτό και ο διορισμός της έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τις αγορές μετοχών και ομολόγων που προεξοφλούν πως η νέα πρόεδρος θα προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων του ευρώ και πιθανώς θα υιοθετήσει ένα νέο QΕ. Εχει ήδη προειδοποιήσει γι’ αυτό το ενδεχόμενο ο Μάριο Ντράγκι. 

Οι σκιές σε μια λαμπρή καριέρα στον χρηματοπιστωτικό τομέα

Στη λαμπερή σταδιοδρομία της Κριστίν Λαγκάρντ υπάρχει, πάντως, μια μαύρη κηλίδα που είχε προβληματίσει τη Γαλλία λίγο μετά τον διορισμό της ως επικεφαλής του ΔΝΤ. Είχε κατηγορηθεί για κατάχρηση εξουσίας και διασπάθιση δημοσίου χρήματος όταν ήταν υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας το 2007, επί κυβέρνησης Νικολά Σαρκοζί.

Αιτία ήταν ότι η Λαγκάρντ είχε προκρίνει τη λύση της εξωδικαστικής διαιτησίας σε αντιδικία ανάμεσα στον Γάλλο επιχειρηματία και παράγοντα του ποδοσφαίρου Μπερνάρ Ταπί και την τράπεζα Credit Lyonnais. Στη συνέχεια, και υπό την ιδιότητα της υπουργού Οικονομικών, η Λαγκάρντ ενέκρινε διακανονισμό 285 εκατ. ευρώ υπέρ του επιχειρηματία, αλλά με τους τόκους το ποσό έφτασε στα 400 εκατ. ευρώ, τα οποία και ενέκρινε χωρίς δισταγμό. Βρέθηκε έτσι ενώπιον της γαλλικής δικαιοσύνης ως ύποπτη για διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Το 2016 η γαλλική δικαιοσύνη την έκρινε ένοχη για αμέλεια χωρίς να την καταδικάσει σε καμία ποινή.

Η υπόθεση, όμως, πρόλαβε να προβληματίσει την κοινή γνώμη καθώς και τους πολιτικούς κύκλους της Γαλλίας. Υπεραμυνόμενη της επιλογής της, η Λαγκάρντ είχε δηλώσει πως είχε επιλέξει την κάλλιστη λύση. Ερωτώμενη άλλωστε από δημοσιογράφους, απαντούσε ότι δεν συνηθίζει να έχει φίλους σαν τον Μπερνάρ Ταπί, που σημειωτέον καταδικάστηκε για «στημένους» ποδοσφαιρικούς αγώνες ως πρόεδρος της ομάδας της Μασσαλίας.

Η Κριστίν Λαγκάρντ είχε αντικαταστήσει τον επίσης Γάλλο πολιτικό Ντομινίκ Στρος Καν στο τιμόνι του ΔΝΤ, επειδή αυτός ήταν υπόδικος με την κατηγορία της επίθεσης και απόπειρας βιασμού. Οταν η Λαγκάρντ βρέθηκε στο δικαστήριο για να καταθέτει σχετικά με την υπόθεση Ταπί και βαρυνόταν με την υποψία της διασπάθισης δημοσίου χρήματος, η Γαλλία είχε κάθε λόγο να ανησυχεί.

Ανεξάρτητα από τα εχέγγυά της και τη φήμη της, στα νέα της καθήκοντα η Λαγκάρντ θα κληθεί να αντιμετωπίσει πολλαπλές προκλήσεις. Με αναιμική ανάπτυξη και αναιμικό πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, θα κληθεί να εφαρμόσει  προγράμματα τόνωσης της οικονομίας. Θα αναγκαστεί να βασισθεί στις εκτιμήσεις επιτελείου τεχνοκρατών, καθώς δεν έχει την εμπειρία που ενδεχομένως θα απαιτηθεί, ούτε είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένη με την εργαλειοθήκη της ΕΚΤ.

Στη διάρκεια της θητείας της είναι πολύ πιθανόν να παραμένει η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση της Ρώμης και τη θέση της Ιταλίας στην Ευρωζώνη. Θα έχει ταυτοχρόνως να αντιμετωπίσει μια παγκόσμια οικονομία που κλυδωνίζεται από τον σινοαμερικανικό εμπορικό πόλεμο, την ίδια στιγμή που η Ε.Ε. θα υφίσταται τους κραδασμούς μιας πιθανώς ασύντακτης εξόδου της Βρετανίας. 

Γιατί ο Γενς Βάιντμαν δεν ήταν ποτέ φαβορί για να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι

Φαίνεται να είναι ο μεγάλος χαμένος από το παρατεταμένο παζάρι για τον διορισμό των νέων αξιωματούχων της Ε.Ε. Και, βέβαια, ο ίδιος ενδέχεται να νιώθει έτσι, καθώς μέχρι πριν από μερικούς μήνες ο Γενς Βάιντμαν, επικεφαλής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, εθεωρείτο ακόμη η ισχυρότερη υποψηφιότητα για διάδοχος του Μάριο Ντράγκι. Εθεωρείτο το φαβορί, αλλά δεν ήταν. Δεν θα μπορούσε να είναι γιατί οι περισσότεροι Ευρωπαίοι και πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θα τον ήθελαν σε μια τόσο νευραλγική θέση. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, εξαιρουμένων των Γερμανών βέβαια, δεν θα ήθελαν να είναι ένα από τα σκληρότερα «γεράκια» της Ευρώπης αυτός που θα αποφασίσει με ποιο τρόπο θα αντιμετωπισθεί μια νέα κρίση στην Ευρωζώνη.

Από πέρυσι το καλοκαίρι η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt ανέφερε πως η Γερμανίδα καγκελάριος είχε εγκαταλείψει την ιδέα να προωθήσει τον επικεφαλής της Bundesbank για πρόεδρο της ΕΚΤ και είχε θέσει σε προτεραιότητα να διασφαλίσει για τη Γερμανία την ηγεσία της Κομισιόν. Και έτσι έγινε. Οι πληροφορίες της Handelsblatt επιβεβαιώθηκαν πλήρως. Η σιδηρά κυρία της Γερμανίας θυσίασε τον Βάιντμαν και την ίδια την προεδρία της ΕΚΤ προς χάριν της Γερμανίδας υπουργού Αμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Προς χάριν δηλαδή μιας Γερμανίδας ενδεχομένως εξίσου σκληρής όσο και ο Βάιντμαν, η οποία θα αναλάβει επικεφαλής της Κομισιόν, μιας θέσης εξίσου νευραλγικής και σημαντικής.

Οσοι, όμως, θυμούνται τις διαδικασίες με τις οποίες θεσπίστηκε το ευρώ πριν από 20 χρόνια θα έχουν συνειδητοποιήσει πως η ΕΚΤ σχεδιάστηκε με πρότυπο την Bundesbank, έχει έδρα στη Φρανκφούρτη και το ευρώ είναι κομμένο και ραμμένο στα πρότυπα του πάλαι ποτέ πανίσχυρου γερμανικού μάρκου. Θα ήταν αδιανόητο αν πρόεδρος της ΕΚΤ αναλάμβανε Γερμανός.

Απηχώντας σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ο Κρίστιαν Οντενταλ, επικεφαλής των οικονομολόγων του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση, προειδοποιούσε προ διμήνου τους Ευρωπαίους αξιωματούχους να μην αφήσουν ούτε τον Βάιντμαν ούτε κανέναν άλλο Γερμανό να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι. Οπως εύστοχα επισήμανε ο Οντενταλ, η Γερμανία έχει την κυριαρχία και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική που εφαρμόζεται στην Ευρωζώνη. Εχει προβάλει βέτο σε σειρά μεταρρυθμίσεων, έχει εμποδίσει την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, έχει περιορίσει τη χρήση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Θα ήταν πάρα πολύ να αναλάβει Γερμανός το τιμόνι της ΕΚΤ.

Αλλά ειδικότερα ο Βάιντμαν θα ήταν σφάλμα βαρύ. Από τον Μάιο του 2011, οπότε ανέλαβε επικεφαλής της Bundesbank, επέκρινε αδιάκοπα την πολιτική του Μάριο Ντράγκι και ιδιαιτέρως το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Είναι αμετανόητος υπέρμαχος της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της σκληρής λιτότητας και επιθυμεί τη διάλυση των τραπεζικών συστημάτων που δεν έχουν εξυγιανθεί πλήρως, όπως για παράδειγμα της Ιταλίας.  Κάποτε ο Μάριο Ντράγκι τον κάλεσε για ένα ποτό και μια φιλική συζήτηση. Ερωτώμενος από δημοσιογράφους μετά τη συνάντησή τους, αρκέστηκε σε μια περιεκτική δήλωση: «Δεν φαντάζομαι να περίμενε κανείς σας πως θα άλλαζα γνώμη με ένα ποτήρι κρασί και ένα μπολ πατατάκια;». Ακόμη κι αν οι Ευρωπαίοι είχαν δεχθεί έναν Γερμανό για διάδοχο του Ντράγκι, πολύ δύσκολα θα δέχονταν τον Βάιντμαν. 

Καλή δουλειά 

Ο Πίτερ Μπόφινγκερ, οικονομικός σύμβουλος του Βερολίνου, σχολιάζοντας την επιλογή Λαγκάρντ ως διαδόχου του Μάριο Ντράγκι, προέβλεψε πως θα κάνει «καλή δουλειά» στο τιμόνι της ΕΚΤ. Προσέθεσε, ωστόσο, πως θα είναι μειονέκτημα το γεγονός ότι η Λαγκάρντ δεν είναι οικονομολόγος και υπό αυτήν την έννοια δεν είναι η κάλλιστη επιλογή. 

Αυστηρή κριτική 

Ο Γενς Βάιντμαν, πρόεδρος της Bundesbank, επικρίνοντας την πολιτική Ντράγκι που χορήγησε τρισεκατομμύρια ευρώ στις ευρωπαϊκές τράπεζες υπό τη μορφή δανείων με ευνοϊκούς όρους, προειδοποιούσε για την ύπαρξη «κινδύνων και παρενεργειών όταν χρησιμοποιούμε ένα φάρμακο τόσο ισχυρό όσο το περίπου ένα τρισεκατομμύριο ευρώ της κεντρικής τράπεζας».

Μαύρη κηλίδα

Ο πρώην πρόεδρος της Μαρσέιγ Μπερνάρ Ταπί είναι το πρόσωπο που συνδέθηκε με τη μαύρη κηλίδα στη λαμπερή σταδιοδρομία της  Κριστίν Λαγκάρντ. Κρίθηκε ένοχη αμέλειας επειδή δεν εμπόδισε την καταβολή 400 εκατ. ευρώ στον Ταπί. Η Λαγκάρντ είχε δηλώσει: «Μοιάζω με άνθρωπο που έχει φίλους σαν τον Ταπί;».