ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι περιμένει η αγορά από πιθανή εκλογή του Τζο Μπάιντεν

Σε δημοσκόπηση μεταξύ 100 διευθυνόντων συμβούλων μεγάλων επιχειρήσεων, το 77% των ερωτηθέντων εξέφρασε την πρόθεση να ψηφίσει τον κ. Μπάιντεν.

«Το μόνο πράγμα που θέλει η αγορά είναι να τελειώσει η εκκρεμότητα των εκλογών, γιατί ο μοναδικός κίνδυνος θα ήταν μια παρατεταμένη περίοδος αμφισβήτησης του αποτελέσματος με προσφυγές στη Δικαιοσύνη». Αυτή είναι η συνεκτική δήλωση του Νιλ Γουίλσον, αναλυτή της Markets.com, που αναφερόταν στις «συγκεκαλυμμένες απειλές του Τραμπ» να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών εάν εμφανίζει νικητή τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν. Οπως ο ίδιος τόνισε προ ημερών, πρόκειται για την πιο επιθετικά ανταγωνιστική αναμέτρηση υποψήφιων προέδρων της Αμερικής εδώ και δεκαετίες.

Παράλληλα, όμως, είναι μια προεκλογική αναμέτρηση στην οποία φαίνεται να διακυβεύονται πολλά για την αμερικανική οικονομία, που αιφνιδίασε κυριολεκτικά μέσα στην εβδομάδα. Η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο σημείωσε ιλιγγιώδη ανάπτυξη το τρίτο τρίμηνο, μια ασύλληπτη ανάπτυξη 33,1% χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει πως δεν απειλείται από το δεύτερο κύμα της πανδημίας.

Πρόθεση

Από την έκβασή της διακυβεύονται, άλλωστε, πολλά για πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, όπως για τις πετρελαϊκές, για παράδειγμα, καθώς ο Μπάιντεν έχει εκφράσει την πρόθεση να στραφεί στην πράσινη οικονομία και να απομακρύνει την αμερικανική οικονομία από την πετρελαϊκή βιομηχανία. Εχει παρουσιάσει μάλιστα σχέδιο για δαπάνες ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων με σκοπό τη δραματική μείωση των εκπομπών καυσαερίων και τη μετάβαση του κλάδου των μεταφορών στην ηλεκτροκίνηση. Ο κλάδος έχει, όμως, υποστεί πανωλεθρία εξαιτίας της πανδημίας, που λίγο έλειψε να εκμηδενίσει την παγκόσμια ζήτηση για υδρογονάνθρακες οδηγώντας σε κύμα πτωχεύσεων πετρελαϊκών.

Ειδικότερα, η αμερικανική βιομηχανία σχιστολιθικών υδρογονανθράκων λίγο έλειψε να εξαφανιστεί μετά τη δραματική πτώση που σημείωσαν οι τιμές του πετρελαίου την άνοιξη, εξαφανίζοντας τα έσοδά τους και οδηγώντας τες στη χρεοκοπία. Στη διάρκεια του έτους, ο επιμέρους δείκτης των πετρελαϊκών, σκέλος του δείκτη S&P 500, έχει καταγράψει απώλειες περίπου 50%, αν εξαιρέσει κάποιος τους κολοσσούς όπως οι ExxonMobil και Chevron. Και βέβαια ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επιδείξει ενδιαφέρον για τον κλάδο, έστω και αν δεν κατάφερε την άνοιξη να αποσπάσει την έγκριση του Κογκρέσου στο πακέτο που ήθελε να διαθέσει ειδικά για τις βιομηχανίες πετρελαίου.

Από τις προεδρικές εκλογές της Τρίτης διακυβεύονται γενικώς πολλά για τις αμερικανικές επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από την πανδημία και δεν θέλουν να φορολογηθούν με συντελεστή 28% όπως έχει υποσχεθεί ο Μπάιντεν. Πρόκειται για ένα συντελεστή μικρότερο, πάντως, από την εταιρική φορολογία 35% που ίσχυε πριν από τον Τραμπ, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. Η φορολογία υποτίθεται πως είναι το προνομιακό επίπεδο του Τραμπ, ο οποίος παραχώρησε φοροαπαλλαγές σε μεγάλες επιχειρήσεις και επέτυχε προσωρινά μια ισχυρή ανάπτυξη ασφαλώς προ της πανδημίας.

Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η φορολογία θα είναι «η πιο άμεση συνέπεια μιας νίκης των Δημοκρατικών» σε ό,τι αφορά τα κέρδη των επιχειρήσεων του δείκτη S&P500. Η επενδυτική τράπεζα υπολογίζει πως αν εκλεγεί ο Μπάιντεν και υλοποιήσει όλες τις προεκλογικές του εξαγγελίες σε σχέση με τη φορολογία, τα κέρδη των εταιρειών του S&P500 θα μειωθούν κατά 9%. Πολλοί αναλυτές, πάντως, εκτιμούν πως ο Μπάιντεν θα τροποποιήσει τα σχέδιά του και θα περιοριστεί ο αντίκτυπος στο χρηματιστήριο.
Ισως γι’ αυτό αιφνιδίασε προ ημερών έρευνα που δημοσίευσε η εφημερίδα του αμερικανικού κεφαλαίου, Wall Street Journal, και φέρει έναν μεγάλο αριθμό στελεχών επιχειρήσεων να βλέπουν με καλό μάτι την προοπτική ανάδειξη του Μπάιντεν. Σε δημοσκόπηση μεταξύ 100 διευθυνόντων συμβούλων μεγάλων επιχειρήσεων, το 77% των ερωτηθέντων εξέφρασε την πρόθεση να ψηφίσει τον Μπάιντεν. Οπως ανέφερε στην αμερικανική εφημερίδα ο Τιμ Ανταμς, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνούς Χρηματοδότησης, που αντιπροσωπεύει τις τράπεζες ανά τον κόσμο, ο Μπάιντεν είναι μια πολύ ηπιότερη εκδοχή υποψηφίου των Δημοκρατικών ιδιαιτέρως αν συγκριθεί με τις εναλλακτικές που είχε το κόμμα τους τα τελευταία χρόνια: την πολύ πιο επιθετική Ελίζαμπεθ Ουόρεν και τον υπερβολικά αριστερό για τα αμερικανικά δεδομένα Μπέρνι Σάντερς.

Πολύ χαρακτηριστική και η εκτίμηση του Μάικλ Πρέσερ, επικεφαλής του Αμερικανικού Επιχειρηματικού Ινστιτούτου, που τονίζει πως ο υποψήφιος των Δημοκρατικών «ενστικτωδώς ευνοεί τον καθημερινό ανθρωπάκο» . Αυτό σημαίνει πως θα εφαρμόσει πολιτικές που συνάδουν με ένα είδος σοσιαλισμού, αλλά είναι και κεντρώες.

Δαπάνες

Οι επενδυτές προεξοφλούν, άλλωστε, πως αν θριαμβεύσει στις εκλογές, ο Μπάντεν θα αυξήσει τις δαπάνες σε έργα υποδομής και ενδεχομένως θα δώσει ανοδική ώθηση στις τιμές των μετοχών. Μιλώντας στους Financial Times ο Ντέιβιντ Κόστιν, στρατηγικός αναλυτής της Goldman Sachs, προέβλεψε ότι σε περίπτωση εκλογής του Μπάιντεν θα υπάρξει «μεγάλη αύξηση δαπανών, που θα χρηματοδοτηθούν από τους αυξημένους φόρους και θα δοθεί ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη που θα εξισορροπήσει και θα υπερκαλύψει τυχόν αρνητικές πλευρές των αυξημένων φόρων». Ισως γι’ αυτό τόσο η Analytics όσο και η Goldman Sachs εκτιμούν πως αν συνδυαστεί ένας Δημοκρατικός πρόεδρος με ένα Κογκρέσο στο οποίο θα πλειοψηφούν οι Δημοκρατικοί, τότε θα δοθεί πολύ ισχυρότερη ώθηση στην οικονομία. Δεν λείπουν, βέβαια, κι εκείνοι που προεξοφλούν άνοδο του αμερικανικού χρέους.
Το ακανθώδες θέμα που αναμένεται να έχει εξελίξεις είτε με Δημοκρατικό είτε με Ρεπουμπλικανό πρόεδρο στον Λευκό Οίκο αφορά τη φορολόγηση, αλλά και γενικότερα τη διαχείριση των τεχνολογικών κολοσσών. Οι Δημοκρατικοί έχουν ζητήσει επίμονα τη διάσπαση της Amazon αλλά και των άλλων τεχνολογικών κολοσσών που έχουν κατακλύσει την αμερικανική αγορά και αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20% του δείκτη S&P. Βρήκαν, όμως, στο πλευρό τους τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ αυτός που κατόρθωσε να «στριμώξει» τους τεχνολογικούς κολοσσούς για τα καλά και ήδη δρομολογείται η διάσπασή τους.

Στην περίπτωση, τέλος, που ο Μπάιντεν αναδεικνύεται νικητής, είναι πιθανόν η Ουάσιγκτον όχι να αναθεωρήσει πλήρως αλλά να αμβλύνει τη στάση της προς την Κίνα. Αναλυτές της αγοράς εκτιμούν πως οι δασμοί στα κινεζικά προϊόντα κοστίζουν σε κάθε αμερικανικό νοικοκυριό 831 δολάρια.