ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία

Επιφυλακτικότητα έως και απαισιοδοξία εκφράζουν στην πλειονότητά τους οικονομολόγοι, επιχειρηματίες, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί σε ό,τι αφορά τις πιθανότητες να επιταχυνθεί η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας μέσα στα επόμενα τρία χρόνια

ta-akraia-kairika-fainomena-o-megalyteros-kindynos-gia-tin-pagkosmia-oikonomia-561665317

Επιφυλακτικότητα έως και απαισιοδοξία εκφράζουν στην πλειονότητά τους οικονομολόγοι, επιχειρηματίες, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί σε ό,τι αφορά τις πιθανότητες να επιταχυνθεί η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Η εικόνα προκύπτει από δημοσκόπηση που διεξήγαγε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) μεταξύ 1.000 στελεχών επιχειρήσεων, μελών κυβερνήσεων και ακαδημαϊκών και διαπίστωσε πως μόλις ο ένας στους 10 από τους ερωτηθέντες βλέπει την ανάκαμψη να επιταχύνεται και μόλις ο ένας στους 6 εκφράζει γενικότερα αισιοδοξία για την προοπτική της παγκόσμιας οικονομίας.

Ανάμεσα στους κινδύνους που αναφέρουν ως άμεση απειλή για την παγκόσμια οικονομία, πρώτη έρχεται η κλιματική αλλαγή. Παράλληλα, όμως, στην πλειονότητά τους οι ερωτηθέντες τόνισαν πως από την αρχή της πανδημίας διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή, υπονομεύεται το βιοτικό επίπεδο και η ποιότητα ζωής των ανθρώπων, ενώ παράλληλα επιδεινώνεται η συνολική εικόνα της ψυχικής υγείας του πληθυσμού. Σχολιάζοντας τα πορίσματα της δημοσκόπησης, η Σαάντια Ζαχίντι, γενική διευθύντρια του WEF, κάλεσε τις πολιτικές ηγεσίες ανά τον κόσμο «να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους και να υιοθετήσουν μια συντονισμένη προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων, ώστε να χτίσουν ένα τείχος αντοχής απέναντι στην επόμενη κρίση».

Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση ανέφεραν τα ακραία καιρικά φαινόμενα ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο που απειλεί βραχυπρόθεσμα την παγκόσμια οικονομία, όπως και μια ενδεχόμενη αποτυχία των χωρών και των κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Τα πορίσματα της δημοσκόπησης συνέπεσαν με έκθεση της γερμανικής αντασφαλιστικής Munich Re, σύμφωνα με την οποία το κόστος των φυσικών καταστροφών εκτοξεύθηκε το περασμένο έτος στα 280 δισ. δολάρια και όλα δείχνουν πως θα εξακολουθήσει να κινείται ανοδικά. Το κόστος των φυσικών καταστροφών ήταν μεγαλύτερο στις ΗΠΑ όπου έφτασε στα 145 δισ. δολάρια, όταν μόλις το 2019 ήταν 52 δισ. δολάρια. Στη Γερμανία, άλλωστε, οι καταστρεπτικές πλημμύρες που έπληξαν τη χώρα τον Ιούλιο του 2021 κόστισαν 40 δισ. δολάρια, καταγράφοντας τις ακριβότερες φυσικές καταστροφές που έχει γνωρίσει έως τώρα η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία.

Στους βραχυπρόθεσμους κινδύνους που ανέφεραν όσοι συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του WEF, συγκαταλέγονται και τα προβλήματα της δημόσιας υγείας όπως και τα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η πανδημία. Ως κινδύνους που απειλούν μεσοπρόθεσμα την παγκόσμια οικονομία ανέφεραν, άλλωστε, την αύξηση του παγκόσμιου χρέους, ενώ οι ειδικοί για θέματα οικονομίας προέβλεψαν πως η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι όχι μόνον άνιση αλλά και ασταθής.

Το κόστος των φυσικών καταστροφών εκτοξεύθηκε το περασμένο έτος στα 280 δισ. δολάρια.

Οπως τονίζουν οι συντάκτες της σχετικής έκθεσης, η πανδημία φαίνεται να έχει μεταβάλει ουσιαστικά τις απόψεις των ανθρώπων για τους κινδύνους που μπορούν να απειλήσουν άμεσα τον κόσμο μέσα στην επόμενη δεκαετία, καθώς η ανησυχία για το κλίμα και την κοινωνική συνοχή φαίνεται να έχει εκτοπίσει πλήρως προβληματισμούς για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, την κλοπή προσωπικών δεδομένων και την απάτη.

Ενδεικτική η εκτίμηση του Πίτερ Γκίγκερ, επικεφαλής του τομέα κινδύνων στον ασφαλιστικό όμιλο Zurich Insurance, που τόνισε ότι «τυχόν αποτυχία στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά το 1/6».

Παραμένουν, πάντως, ως υπαρκτές απειλές και οι κίνδυνοι στον κυβερνοχώρο, το ενδεχόμενο μιας ασύντακτης μετάβασης στη νέα πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής, οι πιέσεις από τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα, καθώς και ο ανταγωνισμός στο Διάστημα.

Πηγή: Bloomberg, Reuters