ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος κλονίζεται ξανά

kaldos

Κάτω από την επιφυλακτική και καχύποπτη ματιά των επενδυτών καλούνται να προσαρμοστούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σε ένα νέο περιβάλλον που επισκιάζεται από τη δυσοίωνη προοπτική για την πραγματική οικονομία και τις απότομες διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές.

Οι μεγάλες απώλειες που παρουσίασαν οι μετοχές των ευρωπαϊκών τραπεζών από τις αρχές του 2016 αντανακλούν την έλλειψη εμπιστοσύνης που έχει καλλιεργηθεί από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Οχι πως και οι αμερικανικές τράπεζες δεν έχουν υποστεί ζημία, αλλά η επίλυση των προβλημάτων ήταν πιο άμεση και δραστική.

Εμφανής είναι, επίσης, η αβεβαιότητα που έχει τροφοδοτηθεί από την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών που εφαρμόζουν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά και οι κεντρικές τράπεζες της Σουηδίας, της Δανίας και της Ελβετίας, απωθώντας επενδυτές και καταθέτες. Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος καλείται, παράλληλα, να αντεπεξέλθει σε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που ακόμη δεν έχει δοκιμαστεί στην πράξη. Μετά τη Βασιλεία ΙΙΙ, η τραπεζική ένωση στην Ευρωζώνη που τέθηκε σε εφαρμογή από τις αρχές του 2016 θέτει νέες, απρόβλεπτες προκλήσεις, εγκλωβίζοντας τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε ένα συνεχές κυνηγητό για την εύρεση κεφαλαίων. Εάν, μάλιστα, δεν τα εξασφαλίσουν από τις αγορές, τότε πρέπει να υποστούν συνέπειες οι ομολογιούχοι τους και στο χειρότερο σενάριο οι καταθέσεις πάνω από 100.000 ευρώ, μια πιθανότητα που κλόνισε ακόμη και τον τραπεζικό γίγαντα Deutsche Bank. Τα «κόκκινα» δάνεια των ιταλικών τραπεζών υπολογίζονται στα 350 δισ. ευρώ, αντανακλώντας το 17% του συνολικού ενεργητικού τους και το 23% του ΑΕΠ.

Οι ετήσιες απώλειες των Deutsche Bank και Credit Suisse το 2015, κυρίως λόγω της υποχώρησης των εσόδων από την επενδυτική τραπεζική και των προβλέψεων για νέες δικαστικές δαπάνες, είναι ενδεικτικές των πολλαπλών προβλημάτων του κλάδου. Από την κατάρρευση της Lehman Brothers μέχρι σήμερα, οκτώ από τις μεγαλύτερες τράπεζες στην Ευρώπη έχουν ανακοινώσει απολύσεις 100.000 εργαζομένων, έχουν πληρώσει 63 δισ. δολάρια σε συμβιβαστικές λύσεις λόγω μιας αλυσίδας σκανδάλων και έχουν χάσει 420 δισ. δολάρια από τη χρηματιστηριακή αξία τους, όπως επισημαίνει ο Εντουαρντ Ρόμπινσον του πρακτορείου Bloomberg.

Δυσοίωνη προοπτική

Τα μεγαλύτερα πρόστιμα έχουν καταβληθεί σε συμβιβαστικές λύσεις υποθέσεων για το «ξέπλυμα» «μαύρου» χρήματος και παραβιάσεων κυρώσεων από τις ΗΠΑ. Ακολουθούν τα σκάνδαλα χειραγώγησης των αγορών νομισμάτων, των διατραπεζικών επιτοκίων και της φοροδιαφυγής. Το κουβάρι των σκανδάλων αλλά και η πρόκληση να βρεθεί η ιδανική φόρμουλα για την επιτυχή αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων των ευρωπαϊκών τραπεζών έχουν οδηγήσει σε αλλαγές των επικεφαλής των Barclays, Credit Suisse, Deutsche Bank και Standard Chartered μέσα στον τελευταίο χρόνο.

Η προοπτική για μια ενίσχυση της κερδοφορίας τους, ιδιαίτερα από την επενδυτική τραπεζική, είναι δε αρκετά χαμηλή λόγω ενός κλίματος μεγάλης αποστροφής του επενδυτικού κινδύνου. Ερευνα της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs έδειξε πως πάνω από το ήμισυ των πελατών της απλά ζητεί να μην υποστεί απώλειες στα χαρτοφυλάκιά του. Η μεγάλη και απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου και των πρώτων υλών λόγω της επιβράδυνσης της Κίνας έχουν πλήξει τις αποδόσεις στις αγορές προθεσμιακών συμβολαίων, την κεφαλαιοποίηση των ενεργειακών ομίλων και των μεταλλουργιών.

Η JPMorgan εκτιμά πως αμερικανικές και ευρωπαϊκές τράπεζες είναι εκτεθειμένες με 250 δισ. δολάρια στον πετρελαϊκό κλάδο. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, τα ομόλογα των πετρελαϊκών εταιρειών ανέρχονταν σε 1,4 τρισ. δολάρια το 2014. Στον κλάδο των πρώτων υλών, η έκθεση του χρηματοπιστωτικού κλάδου στον κολοσσό Glencore φθάνει τα 100 δισ. δολάρια. Και πρόκειται για μια μόνον εταιρεία που έχει υποστεί βαρύ πλήγμα, μεταξύ άλλων, από την πτώση της τιμής του χαλκού πάνω από 50% από το 2011.