Αύξηση του ΑΕΠ, μείωση της ανεργίας

5' 37" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

H ελληνική οικονομία συνεχίζει να αντιστέκεται στη διεθνή ύφεση και εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχει η εξαμηνιαία έκθεση του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Ειδικότερα για το 2001 προβλέπεται μεγέθυνση του ΑΕΠ κατά 4,1% και 3,8% το 2002. Σχετικά με το 2001 πληροφορίες από το περιβάλλον του πρώην υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κάνουν λόγο για ΑΕΠ που το 2001 μπορεί να κινηθεί στα επίπεδα του 4,5%.

H πρόσφατη εκτίμηση της Ε.Ε. για το σύνολο της Ευρωζώνης ανέρχεται στο 1,6%. Σε κάθε περίπτωση η άνοδος του ελληνικού ΑΕΠ κρίνεται ικανοποιητική, αφού δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι θα περιορισθεί στο 10,9% το 2001 από 11,4% το 2000.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2001 η εγχώρια ζήτηση διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που συνδέθηκε με την εξέλιξη των εισοδημάτων, αλλά κυρίως με τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού. Μέσα σε 9 μήνες τα βραχυχρόνια επιτόκια δανεισμού των επιχειρήσεων καθώς και τα επιτόκια για τη χρηματοδότηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και του οικισμού μειώθηκαν κατά 400 μονάδες βάσης, έναντι 200 μονάδων κατά μέσον όρο ετησίως την περίοδο 1995-2000, σε μέσα επίπεδα.

Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου επηρέασε αρνητικά τις ευρισκόμενες στην καθοδική φάση του κύκλου οικονομίες των χωρών του ΟΟΣΑ. Από την εξέταση της πορείας των βασικών βραχυχρόνιων δεικτών προκύπτει ότι η οικονομική δραστηριότητα στη χώρα μας εξακολουθεί να είναι ανοδική και ταχύτερη από πέρυσι.

Ετσι, ο ελληνικός πρόδρομος δείκτης οικονομικής συγκυρίας του ΟΟΣΑ, καθώς και ο δείκτης οικονομικού κλίματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σημειώνουν τις καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, ο πρώτος ο οποίος καταρτίζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν τις λιανικές πωλήσεις, τις άδειες οικοδομών, τη χρηματοδότηση της βιομηχανίας, τις παραγγελίες εξωτερικού και τιμές χονδρικής και εκείνες του κατασκευαστικού τομέα κ.λπ. τον Σεπτέμβριο του 2001 (έναντι του περασμένου Δεκεμβρίου 2000) σημειώνει άνοδο 0,7%, ενώ αντίθετα τόσο στο σύνολο του ΟΟΣΑ όσο και της Ευρωζώνης η τάση είναι έντονα καθοδική, με μείωση κατά 4,7% και 5% αντιστοίχως.

Σημαντική είναι η εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πορεία της αποδοτικότητας του κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον δείκτη αυτό το 2001 η αποδοτικότητα εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 3,6% (μέση ετήσια αύξηση 1,6% την περίοδο 1996-2000) έναντι οριακής κάμψης στο σύνολο της Ευρωζώνης κατά 0,1%.

Από την άλλη πλευρά η αύξηση των μέσων πραγματικών ακαθάριστων αποδοχών ανέρχεται στο 2,3% έναντι 3,0%, μέσης ετήσιας αύξησης την περίοδο 1996-2000, ανάλογα δε αυξάνεται και η πραγματική μέση δαπάνη για συντάξεις κατά 2,7% έναντι 3,0% αντιστοίχως.

Σύμφωνα με τις παραπάνω εξελίξεις, εκτιμάται για το 2001 οριακή επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης στο 3,1% (οφειλόμενη κυρίως στη μείωση της αγοράς των νέων αυτοκινήτων), άνοδος των επενδύσεων σε κατοικίες κατά 6% (εκτίμηση αρκετά συντηρητική εάν λάβουμε υπόψη ότι οι άδειες όγκου νέων οικοδομών αυξάνονται κατά 17,3% το α΄ εξάμηνο του έτους) και των επιχειρηματικών επενδύσεων (εκτός Γενικής Κυβέρνησης και κατοικιών) κατά 9,7% έναντι 13,2% το 2000.

Η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,8% ενώ 7,5% αυξάνονται οι επενδύσεις της Γενικής Κυβέρνησης.

Η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στο σύνολο σχεδόν των χωρών του ΟΟΣΑ και η αστάθεια που επικρατεί στις διεθνείς αγορές επηρέασαν τα μεγέθη του ισοζυγίου πληρωμών. Αν και συνεχίσθηκε το 2001 η βελτίωση της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής κατά 0,9% έναντι 6,5% το 2000, ο περιορισμός του ρυθμού αύξησης εισαγωγών αγαθών τόσο της Ευρωζώνης όσο και των χωρών της ΚΑΕ από 11,3% και 15,0% αντίστοιχα, το 2000 στο 2,6% και 11,2% το 2001 επιβραδύνει τον ρυθμό ανόδου του όγκου των εξαγωγών αγαθών της χώρας στο 4,0% έναντι 11,8% το 2000. Παράλληλα, οι εξαγωγές υπηρεσιών εκτιμάται ότι αυξήθηκαν 7% έναντι 24% το 2000. Ο όγκος των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 5,2% έναντι 15% το 2000. Η εκτίμηση είναι αρκετά ρεαλιστική λαμβανομένων υπ’ όψιν των αντίθετων τάσεων που προκύπτουν από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ και της Τραπέζης της Ελλάδος.

Ο πληθωρισμός, μετά την επιτάχυνση που σημειώθηκε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους, επανέρχεται σε καθοδική πορεία και εκτιμάται ότι θα κλείσει σε επίπεδα κάτω του 3% τον Δεκέμβριο του 2001.

Το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται στο 0,1% του ΑΕΠ, 0,4 εκατοστιαίες μονάδες μικρότερο από τον στόχο του Προϋπολογισμού και το χρέος διαμορφώνεται στο 99,6% του ΑΕΠ, 0,7 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σχέση με την περυσινή πρόβλεψη.

Ο Γενικός Δείκτης Τιμών των Μετοχών του ΧΑΑ το 2001 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2001 συνέχισε την πτωτική του πορεία μειούμενος κατά 34,3% (έναντι του Δεκεμβρίου του 2000), τους δύο όμως τελευταίους μήνες του 2001 σημείωσε άνοδο κατά 21,0% (Νοέμβριος έναντι Σεπτεμβρίου). Αντίστοιχα οι τιμές των μετοχών στην Ευρωζώνη μειώνονται μέχρι και τον Σεπτέμβριο και αυξάνονται τον Νοέμβριο έναντι του Σεπτεμβρίου κατά 11,6%.

Επίσης η αποδοτικότητα του κεφαλαίου, σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναμένεται να σημειώσει ταχύτερη άνοδο τα επόμενα χρόνια και συγκεκριμένα 2,4% το 2002 και 3,1 % το 2003. Ετσι οι επιχειρηματικές επενδύσεις (εκτός Γενικής Κυβέρνησης και κατοικιών) θα σημειώσουν ετήσια άνοδο την τριετία 2002-04 11,1% (9,8% ετησίως την 4ετία 1998-2001). Οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων θα αυξηθούν κατά 2,4% ετησίως, καλύπτοντας το 88% της προβλεπομένης ανόδου της παραγωγικότητας και η ιδιωτική κατανάλωση θα σημειώσει μέση ετήσια άνοδο 3%.

Στον δημόσιο τομέα οι τρέχουσες δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης εκτός των κοινωνικών μεταβιβάσεων, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν από 16,5% το 2001 στο 17,3% το 2004, θα περιορισθούν στο 21,3% το 2004 από 23,8% το 2001, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επίτευξη του στόχου για ετήσιο πλεόνασμα 1,1%, τη διετία 2003-04, ενώ οι επενδύσεις της Γ.Κ. θα αυξηθούν 7% ετησίως.

Τα έσοδα της Γ.Κ. ως προς το ΑΕΠ θα περιορισθούν από 43,7% το 2001 στο 43,1% το 2004. Παράλληλα τα χαμηλά πλέον επιτόκια δανεισμού του Δημοσίου θα περιορίσουν τις πληρωμές δανείων από 6,5% του ΑΕΠ το 2001 στο 4,8% το 2004 και το χρέος της Γ.Κ. θα μειωθεί στο 90% του ΑΕΠ το 2004.

Στον εξωτερικό τομέα η σημαντική επιβράδυνση της ζήτησης και ειδικότερα των εισαγωγών της Ευρ. Ενωσης και των χωρών της ΚΑΕ θα περιορίσει τον μέσο ρυθμό ανόδου των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο 6,4% από 10,1% την πενταετία 1996-2001. Αντίθετα, η έντονη επενδυτική κυρίως δραστηριότητα θα διατηρήσει τον ρυθμό ανόδου των εισαγωγών αγαθών στο 6% έναντι 6,4% αντίστοιχα την προηγούμενη 5ετία.

Η διατήρηση μικρού παραγωγικού κενού, η συγκράτηση του ρυθμού αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο 2,5% ετησίως, η εκτίμηση για τιμές πετρελαίου κάτω από 24 δολάρια, σε συνδυασμό με μια μικρή ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, θα συγκρατήσουν τον πληθωρισμό αισθητά κάτω του 3%.

Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω εξελίξεις, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ έπειτα από μια μικρή επιβράδυνση το 2002 στο 3,8% τη διετία 2003 – 2004 θα αυξηθεί με ετήσιο ρυθμό 4% συμβάλλοντας στην αύξηση της συνολικής απασχόλησης κατά 1,4% ετησίως ιδιαίτερα των μισθωτών κατά 2,4% αντιστοίχως και μείωσης του ποσοστού ανεργίας στο 9% το 2004.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT