ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μερική διαγραφή ιδιωτικού χρέους

Με όλα αυτά τα μέτρα είδαμε το κρατικό χρέος μας από τα 170 δισ. να εκτοξεύεται περίπου στα 205 δισ., το δε ιδιωτικό χρέος να εκτινάσσεται περίπου στα 230 δισ.

Στη χώρα μας, από τον Δεκέμβριο του έτους 2008, έχουμε εισέλθει σε μια οικονομική κρίση χωρίς τέλος δυστυχώς. Παρά τις αλλαγές κυβερνήσεων, παρά τα μνημόνια, παρά τις υποσχέσεις, παρά τις ελπίδες που αναγκαστικά παραμένουν ζωντανές, δεν διαφαίνεται προς το παρόν μια ορατή λύση για τα χρέη των νοικοκυριών που δημιουργήθηκαν από τότε μέχρι σήμερα, καθώς και των επιχειρήσεων. 

Σήμερα δε, με την εμφάνιση της πανδημίας COVID-19 στην παγκόσμια κοινότητα, τον κατ’ οίκον εγκλεισμό μας, το κλείσιμο των εμπορικών επιχειρήσεων και της εστίασης, το πρόβλημα καθίσταται τεράστιο, σχεδόν άλυτο σε παγκόσμιο επίπεδο, αμφισβητείται δε μια σειρά σκέψεων και δράσεων του παρελθόντος για λύσεις σε σοβαρά προβλήματα της διεθνούς οικονομίας. Μια σημαντική αιτία, που οδηγεί την οικονομική σκέψη σε αναζητήσεις και λύσεις ίσως εκτός των γνωστών και τετριμμένων.

Ποιες θα μπορούσε να είναι αυτές και από πού θα ήταν δυνατόν να προκύψουν; Μια πρώτη σημαντική ανατροπή είναι ότι σήμερα δεν ομιλούμε αποκλειστικά για το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών και το κρατικό μας χρέος. Μέχρι σήμερα στη συζήτηση παρενέβαινε ένα μεγάλο ερώτημα:

Γιατί άλλα ευρωπαϊκά κράτη, δηλαδή οι φορολογούμενοί τους, να αναλάβουν ξένα χρέη; Αυτό πλέον εξέλιπε με τα δεδομένα της παρούσης στιγμής.
Το πρόβλημα των οικονομιών, πλέον, είναι παγκόσμιο και αν ρίξουμε μια ματιά στα κρατικά χρέη σήμερα, θα βρεθούμε μπροστά στον ιλιγγιώδη αριθμό των 250 τρισεκατομμυρίων δολαρίων! Παρά το εξωφρενικό νούμερο, δεν φαίνεται να είναι αυτό το δυσεπίλυτο πρόβλημα, απλώς είναι ένα μεγάλο νούμερο! Οι βασικές λύσεις για να μειωθούν χρέη είναι μέσω του πληθωρισμού με την αύξηση της ποσότητας του χρήματος στην αγορά ή μέσω περικοπών  δαπανών, προσπαθώντας να νοικοκυρευτούν τα  δημόσια οικονομικά.

Μήπως δεν τις νιώσαμε στο πετσί μας όλες αυτές τις λύσεις μέχρι σήμερα; Με όλα αυτά τα μέτρα, είδαμε το κρατικό χρέος μας από τα 170 δισ. να εκτοξεύεται περίπου στα 205 δισ., το δε ιδιωτικό χρέος να εκτινάσσεται περίπου στα 230 δισ. Με τα νέα δεδομένα, μπορούμε να υπολογίσουμε τι συμβαίνει παγκοσμίως. 

Υπάρχει λόγος να ανησυχούμε; Οχι βέβαια! Το δίχως άλλο κανένας, αν σκεφτούμε ότι στο τέλος δεν πρόκειται να πληρωθεί τίποτα!  Ομως επειδή αυτό δεν θα συμβεί, η λύση της μερικής διαγραφής ιδιωτικού χρέους είναι αυτή τη στιγμή η πλέον ενδεδειγμένη. 
Ο τέως πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντάγκι έχει ήδη προλάβει να αναφερθεί επ’ αυτού σε μια συνέντευξή του στους Financial Times τον Απρίλιο του 2020, λέγοντας επιγραμματικά ότι «είμαστε σε πόλεμο». Δεν επιτρέπεται να αφήσουμε τους πολίτες αβοήθητους. Υπάρχει δε και το προηγούμενο διαγραφής χρεών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, που υφίσταται από το 1949 υπό την κατοχή του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, δημιουργήθηκε μετά τον πόλεμο με μία εισέτι προϋπόθεση, τη διευθέτηση του εξωτερικού χρέους της. Αυτό ήταν διττό, το πρώτο σκέλος αφορούσε χρέη της δεκαετίας του ’40, για τα οποία η διαπραγμάτευση έγινε μεταξύ των κυβερνήσεων των ως άνω χωρών, το δε δεύτερο σκέλος αφορούσε την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, κυρίως για ομόλογα που είχαν εκδώσει γερμανικές κρατικές επιχειρήσεις, τα οποία είχαν αγορασθεί και από ξένους ιδιώτες, καθώς και δάνεια ιδιωτικών γερμανικών επιχειρήσεων.

Ολα διευθετήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους στη Συμφωνία του Λονδίνου, η οποία υπεγράφη το 1953. Το χρέος της Γερμανίας μετά τη λήξη του πολέμου ανήρχετο στο 400% επί του ΑΕΠ, κατ’ άλλους δε πολύ περισσότερο.  

Τι αναφέρει επίσης στη συνέντευξή του ο Μάριο Ντράγκι; «Είναι ήδη ξεκάθαρο ότι πρέπει να υπάρξει σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους. Το χρέος και η απώλεια εισοδημάτων του ιδιωτικού τομέα πρέπει στο τέλος να απορροφηθούν από τον κρατικό ισολογισμό. Τα υψηλά κρατικά χρέη θα γίνουν μόνιμο στοιχείο στις οικονομίες και θα συνοδευθούν από ακύρωση του ιδιωτικού χρέους, προς διευθέτηση ενός οικονομικού σοκ που υπέστη ο ιδιωτικός φορέας και για το οποίο σοκ δεν είναι υπεύθυνος και δεν δύναται να το αντιμετωπίσει». 

Οι πόλεμοι, το πιο πρόσφατο παράδειγμα που έχουμε, χρηματοδοτήθηκαν από δημόσιο χρέος. Πώς λοιπόν θα υποστηρίξουμε διαφορετικά τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους; Πώς θα προφυλάξουμε τους ανθρώπους μας από τον κίνδυνο της απώλειας της εργασίας, την απώλεια της κατοικίας, του όποιου εναπομείναντος  εισοδήματος; Με επιδόματα εργασίας και ανεργίας; Με επιστρεπτέα προκαταβολή; Με αναστολή πληρωμής φόρων για λίγους μήνες; Και μετά;

Πολύ σωστά μέτρα μεν, όσο η παγκόσμια κοινότητα δεν λαμβάνει αποφάσεις, αλλά ασπιρίνη δε, μπροστά στο τεράστιο πρόβλημα που έχει προκύψει στην παγκόσμια οικονομία και στον ιδιωτικό τομέα σε όλες τις αγορές.

Η πανδημία θα υποχωρήσει ούτως ή άλλως ευτυχώς, με τη βοήθεια των ερευνητικών εργαστηρίων, με φαρμακευτικές αγωγές και εμβόλια, η οικονομία όμως, χωρίς ρηξικέλευθες αποφάσεις της διεθνούς κοινότητας, θα υποχωρεί δυστυχώς διαρκώς. Η ταχύτητα των αποφάσεων καθίσταται σημαντική. Οι κυβερνήσεις πρέπει να δείξουν την οδό μιας νέας ριζοσπαστικής οικονομικής πολιτικής, να μη διστάσουν.

Ενας ιδιωτικός τομέας που ξεκινάει απαλλαγμένος από ασήκωτα βάρη δύναται γρήγορα να αποκαταστήσει ένα ελπιδοφόρο οικονομικό κλίμα. Σίγουρα εύκολο δεν είναι, αλλά και ό,τι εξελίσσεται σήμερα οδηγεί σε αδιέξοδο· αυτή δε η οικονομική κρίση καθίσταται μη αναστρέψιμη με τα σημερινά δεδομένα. Οσο πιο γρήγορα ληφθούν αποφάσεις, αναλόγως καλύτερα θα είναι και τα αποτελέσματα.

Διαφορετικά, όλοι μαζί στο τέλος θα συμφωνήσουμε ότι «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», και τότε θα πρέπει κάτι να κάνουμε ευρισκόμενοι ενώπιον και μιας κοινωνικής αναταραχής. Τότε, απλά, θα είναι αργά.
 
* Ο κ. Μάνος Πενθερουδάκης είναι επιχειρηματίας.