Οι αχρήματες συναλλαγές σκοτώνουν την παραοικονομία

Οι αχρήματες συναλλαγές σκοτώνουν την παραοικονομία

Για τον υπολογισμό του μεγέθους της σκιώδους οικονομίας σε επίπεδο χωρών επιστρατεύονται περίτεχνα μακροοικονομικά μοντέλα

3' 32" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Για τον υπολογισμό του μεγέθους της σκιώδους οικονομίας σε επίπεδο χωρών επιστρατεύονται περίτεχνα μακροοικονομικά μοντέλα. Η δυσκολία στις εκτιμήσεις έγκειται κυρίως στην ετερογένεια των χαρακτηριστικών των χωρών, καθώς και στην ίδια την πρόκληση της προσπάθειας μέτρησης ενός μεγέθους που είναι φύσει άδηλο, και ως εκ τούτου τεκμαίρεται με χρήση μεσολαβητικών και παρασιτικών μεταβλητών.

Γιατί όμως μας ενδιαφέρει το ύψος της παραοικονομίας; Η σκιώδης οικονομία έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες, καθώς μειώνει σημαντικά τα κρατικά έσοδα περιορίζοντας τη δυνατότητα κρατικών παρεμβάσεων μέσω οικονομικής πολιτικής, αποθαρρύνει τις επενδύσεις και στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, δυσχεραίνοντας τις υγιείς επιχειρήσεις κ.ά.

Σύμφωνα με τις πλέον συντηρητικές εκτιμήσεις, το ποσοστό της παραοικονομίας στην Ελλάδα ανέρχεται στο 21% του ΑΕΠ (στοιχεία Eurostat). Αλλες πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις (βλ. στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και μελέτη της Eurobank, 2023) τοποθετούν το ποσοστό αυτό ακόμα και στο 30% του ΑΕΠ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική δραστηριότητα πολυεθνικών επιχειρήσεων που μεταφέρεται στο εξωτερικό για φορολογικούς λόγους, εν είδει φοροαποφυγής. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλό φορολογικό βάρος, με έσοδα της τάξης του 41% του ΑΕΠ – σαφώς πάνω από το 34% που αποτελεί τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Σε αυτά τα έσοδα κυριαρχούν οι ασφαλιστικές εισφορές και οι έμμεσοι φόροι (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης), σε αντίθεση με χώρες του ΟΟΣΑ όπου υπερισχύουν οι άμεσοι φόροι, όπως ο φόρος εισοδήματος. Αναλυτικότερα, τα έσοδα από έμμεσους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές αντανακλούν άνω του 60% των συνολικών κρατικών εσόδων, με τα έσοδα από άμεσους φόρους, δηλαδή φόρους εισοδήματος, κεφαλαίου κλπ., να υστερούν αισθητά, εκφράζοντας περίπου το 35% των συνολικών φορολογικών εσόδων.

Διαφαίνεται, λοιπόν, πως τα κρατικά έσοδα, ειδικά από την περίοδο της κρίσης και μετά, στηρίζονται σε ένα μείγμα φορολογικής πολιτικής που σηματοδοτεί μια αναποτελεσματικότητα του κράτους να πατάξει τη φοροδιαφυγή, τόσο στον φόρο εισοδήματος όσο και στον ΦΠΑ. Με τη σειρά τους, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές δρουν επιβραδυντικά στην πραγματική οικονομία, ενώ σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία ενισχύουν τα κίνητρα στροφής προς την παραοικονομία. Με απλούς υπολογισμούς, τα έσοδα του Δημοσίου θα ήταν από 7 έως 15 δισ. ευρώ υψηλότερα αν βρισκόμασταν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο σκιώδους οικονομίας και ταυτόχρονα μειώναμε το σύνολο της φορολογικής επιβάρυνσης στο 30% από 38% που είναι σήμερα.

Τα οφέλη από την προτεινόμενη βελτίωση στο μείγμα της φορολογικής πολιτικής θα ήταν πολλαπλασιαστικά (βλ. μεταβολή των φορολογικών εσόδων σε μια μεταβολή της φορολογικής βάσης, όπως προκύπτει από μελέτες του ΟΟΣΑ). Συνοπτικά, η αύξηση των εσόδων θα μπορούσε, κατά προτεραιότητα, να διοχετευθεί σε κρατικές επενδύσεις, μαζί ενδεχομένως με παρεμβάσεις σε υγεία και παιδεία. Η μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική, διότι θα είχε πολλαπλασιαστικά οφέλη σε όρους ανάπτυξης τόσο από την ίδια τη μείωση των φόρων όσο και από πιθανό επαναπατρισμό κεφαλαίων.

Πώς όμως μπορούμε να μεταφερθούμε σε μια οικονομία όπου η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή θα προσέγγιζαν το μέσο ευρωπαϊκό όρο; Η πορεία προς την αποκλειστική χρήση αχρήματων συναλλαγών είναι ενδεχομένως το κλειδί για την ελληνική πραγματικότητα. Η εμπειρία των σκανδιναβικών χωρών που πρωτοστάτησαν παγκοσμίως στην υιοθέτηση των αχρήματων συναλλαγών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μείωσης και διατήρησης σε πολύ χαμηλά επίπεδα της σκιώδους οικονομίας. Ενδεικτικά, στη Σουηδία, μόλις το 1% των εμπορικών συναλλαγών ολοκληρώνεται με μετρητά. Αυτό επιτεύχθηκε χάρη σε πολιτικές που δίνουν κίνητρα για τη χρήση καρτών και ψηφιακών πληρωμών, σε συνδυασμό αυστηρής εποπτείας στη χρήση των μηχανημάτων POS, αλλά και στη γενικότερη στάση των Σκανδιναβών που δείχνουν προτίμηση στις ηλεκτρονικές πληρωμές για χάρη ευκολίας και ασφάλειας. Οι εν λόγω πρακτικές, συνοδευόμενες από εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα με ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του, δίνοντας ταυτόχρονα μεγάλη βαρύτητα στη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της διαφάνειας, θα οδηγούσε στην αποτελεσματικότερη κατανομή της φορολογίας και τελικά στη μείωση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης και την αποτελεσματικότερη πολιτική οικονομία της χώρας.

Συμπερασματικά, η ψηφιακή μετάβαση είναι κρίσιμη, δεν αρκεί όμως από μόνη της. Απαιτούνται τολμηρές θεσμικές αλλαγές, αποτελεσματικότεροι έλεγχοι, ευρύτερη κοινωνική συναίνεση και καλλιέργεια φορολογικής συνείδησης. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από επίμονες και διεισδυτικές κοινωνικοοικονομικές δράσεις που θα αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα της υγιούς οικονομικής δραστηριότητας και τις αρνητικές μακροχρόνιες οικονομικές επιπτώσεις της σκιώδους οικονομίας.

*Ο κ. Μάνθος Ντελής, είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Audencia Business School και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

*Ο κ. Γιάννης Πετρόχειλος-Ανδριανός είναι Διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, οικονομολόγος και πρώην Επιστημονικός Συνεργάτης στο Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή