ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμπόδιο για περιορισμό των μετρητών ο φόρος στις τραπεζικές συναλλαγές

empodio-gia-periorismo-ton-metriton-o-foros-stis-trapezikes-synallages-2084708

Σε πλήρη αντίφαση με την κυβερνητική δέσμευση για τη μείωση του φυσικού χρήματος είναι η πρόθεση του υπουργείου Οικονομικών για την επιβολή τέλους στις τραπεζικές συναλλαγές ίσου με ένα τοις χιλίοις. Το μέτρο, από την επιβολή του οποίου θα εξαιρεθούν, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα πληροφορίες, οι κινήσεις έως 500 ευρώ, οι αναλήψεις μετρητών από τα ATMs και οι πληρωμές με χρεωστικές κάρτες, θα ενισχύσει τη χρήση των μετρητών σε μια περίοδο που το κυκλοφορούν χρήμα στη χώρα μας έχει εκτιναχθεί στο δυσθεώρητο ύψος των 42 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία.

Το ύψος του φυσικού χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη, καθώς αντιπροσωπεύει το 25% περίπου του ΑΕΠ της χώρας, όταν ο μέσος όρος στις υπόλοιπες χώρες είναι 6% – 8%. Μία αιτία αυτού του φαινομένου είναι το γεγονός ότι οι συναλλαγές στη χώρα μας δεν είναι ηλεκτρονικές σε αντίθεση με την Ευρωζώνη, όπου οι συναλλαγές γίνονται κατά κύριο λόγο ηλεκτρονικά και μόνο ένα μικρό μέρος γίνεται με φυσικό χρήμα. Η τάση αυτή επιδεινώθηκε λόγω της κρίσης, καθώς αύξησε το ποσό που διακρατούν οι Ελληνες στα σπίτια τους ή σε θυρίδες υπό τον φόβο τυχόν περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Επιπτώσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι ετήσιες τραπεζικές συναλλαγές κάθε είδους φθάνουν τα 865,4 δισ. ευρώ, ενώ ο αριθμός των τραπεζικών συναλλαγών ανά κάτοικο περιορίζεται στις 18 συναλλαγές τον χρόνο, όταν το αντίστοιχο μέγεθος στην Ευρωζώνη ξεπερνά τις 200 ετησίως. Με δεδομένες πάντως τις εξαιρέσεις που σχεδιάζονται -αν και στο σύνολό τους δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί- το μέτρο υπολογίζεται ότι μπορεί να αποδώσει περί τα 300 εκατ. ευρώ, εάν η επιβάρυνση περιοριστεί στο 0,1%.

Η βασική επίπτωση του μέτρου θα είναι κατά κύριο λόγο στις επιχειρήσεις, οι οποίες εξ ορισμού πραγματοποιούν δεκάδες συναλλαγές κάθε ημέρα, η πλειονότητα μάλιστα των οποίων είναι άνω των 500 ευρώ. Στην πλειονότητά τους επίσης αυτές οι συναλλαγές είναι ανελαστικές και έτσι η επιβάρυνση θα αγγίζει οριζόντια κάθε τραπεζική εργασία (π.χ. έκδοση επιταγών, πληρωμές λογαριασμών, προμηθευτών, εγγυητικές, αλληλόχρεοι λογαριασμοί), δημιουργώντας ένα πρόσθετο κόστος στην καθημερινή δραστηριότητα της επιχείρησης, σε μια περίοδο που η οικονομική δραστηριότητα βαίνει μειούμενη.

Το υπουργείο Οικονομικών προωθεί το σχετικό μέτρο θεωρώντας ότι η επίπτωσή του σε κάθε νοικοκυριό είναι περιορισμένη και ως εκ τούτου είναι ένα μέτρο που δεν θα επηρεάσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ακόμη και με αυτό το σκεπτικό ωστόσο, η επιβολή ενός τέλους στις τραπεζικές συναλλαγές αποτελεί αντικίνητρο στην τάση διεύρυνσης των ηλεκτρονικών πληρωμών και έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με την υποχρεωτικότητα που έχει θεσμοθετηθεί για ηλεκτρονική πληρωμή όλων των συναλλαγών άνω των 500 ευρώ για επαγγελματίες ή άνω των 1.500 σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα.

Εξαιρέσεις

Σε μια προσπάθεια να περιοριστεί το αντικίνητρο που θα δημιουργηθεί στους χρήστες του πλαστικού χρήματος, το υπουργείο Οικονομικών εξετάζει ως σενάριο την εξαίρεση των χρεωστικών καρτών. Ετσι η αγορά με χρεωστική κάρτα δεν θα συνοδεύεται με επιβάρυνση για το κάτοχό της, σε αντίθεση με τον κάτοχο της πιστωτικής κάρτας, ο οποίος θα επιβαρύνεται από τη χρήση της για συναλλαγές άνω των 300 ευρώ. Το μέτρο θα λειτουργήσει περαιτέρω ανασταλτικά στη χρήση των πιστωτικών καρτών, η αγορά των οποίων έχει συρρικνωθεί τα τελευταία χρόνια από τα 8,5 δισ. ευρώ το 2009 στα 5,7 το 2013 και στα 6,9 δισ. ευρώ το 2014, έτος κατά το οποίο σημειώθηκε αύξηση της δαπάνης με πλαστικό χρήμα. Ειδικά στην περίπτωση των νοικοκυριών, οι καταναλωτές επωφελούνται από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας μέσω άτοκων δόσεων από τις τράπεζες και χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό για την αγορά διαρκών αγαθών, όπως είναι ο οικιακός εξοπλισμός, που σε αρκετές περιπτώσεις υπερβαίνει τα 300 ευρώ.