ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιατί τα ξένα funds αυξάνουν τις θέσεις στο ελληνικό χρέος

giati-ta-xena-funds-ayxanoyn-tis-theseis-sto-elliniko-chreos-2089217

Οι αγορές ανησυχούν πως οτιδήποτε συμβεί στην Ελλάδα θα επηρεάσει όχι μόνον την ευρωπαϊκή οικονομία, αλλά και την αμερικανική και την παγκόσμια εν γένει. Γι’ αυτό οι ροές κεφαλαίων στρέφονται προς τοποθετήσεις χαμηλότερου ρίσκου, όπως τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, ενώ περιορίζονται οι θέσεις τους σε χρεόγραφα, που εκτιμάται ότι θα υποστούν τις μεγαλύτερες συνέπειες από ένα ελληνικό ατύχημα, όπως είναι αυτά της περιφέρειας της Ευρωζώνης.

Το αποτέλεσμα είναι πως οι αγορές κινούνται ήδη αντίστροφα από τις προθέσεις των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, υπονομεύοντας στην πράξη τους στόχους της νομισματικής τους πολιτικής. Οπως εξηγεί ο Drew Matus, της UBS Securities LLC, η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα δυσκολευθεί να αυξήσει τα βασικά επιτόκια του δολαρίου σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου.

Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βλέπει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων να αυξάνονται παρά το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ετσι, η μετάδοση των δυνητικά ευνοϊκών επιπτώσεων της χαλαρής νομισματικής πολιτικής στο κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών οικονομιών, αλλά και των επιχειρήσεων, είναι ανέφικτη. Τούτο έχει επιπτώσεις και στις αποτιμήσεις των χρηματιστηρίων, καθώς αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα αναλυτές και επενδυτές να προσαρμόζουν χαμηλότερα τις προσδοκίες τους για τις εισηγμένες.

Μόνοι ωφελημένοι εμφανίζονται κλασικοί ασφαλείς προορισμοί, όπως τα αμερικανικά και τα γερμανικά κρατικά ομόλογα. Οι δύο αυτές κατηγορίες χρεογράφων υψηλής εμπορευσιμότητας ήταν και οι μόνες που ξεχώρισαν ανοδικά στην αρχή της εβδομάδας, στον απόηχο της κατάρρευσης των συνομιλιών Ελλάδας – δανειστών. Ετσι, ενώ το επιτόκιο στο αμερικανικό δεκαετές κρατικό ομόλογο διαμορφώθηκε στα επίπεδα του 2,3% από 2,5% προηγουμένως και του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου στο 0,78%, τα αντίστοιχα ελληνικά εκτοξεύθηκαν. Το 10ετές ελληνικό κρατικό χρεόγραφο άγγιξε το 13% και το 3τές που λήγει το 2017 το 30%.

Επιτόκια που μπορεί να κινηθούν ακόμα υψηλότερα, αναφέρουν οι αναλυτές, κρίνοντας από τα επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί προ τριετίας.

Τι κρατάει, λοιπόν, τις τιμές των ελληνικών ομολόγων από το να υποχωρήσουν πολύ περισσότερο και τα επιτόκιά τους να αυξηθούν αντίστοιχα; Οι προσδοκίες μέρους της αγοράς πως θα εξευρεθεί τελικά λύση, όπως και το γεγονός ότι τα εν λόγω χρεόγραφα, τα περισσότερα εκ των οποίων λήγουν από το 2023 και μετά, έχουν εκδοθεί υπό αγγλικό δίκαιο, διασφαλίζοντας καλύτερα τους κατόχους τους από το ενδεχόμενο ενός νέου «κουρέματος». Κάποιοι, μάλιστα, επενδυτές εμφανίστηκαν το τελευταίο διάστημα ως αγοραστές.

Μεταξύ αυτών και η γερμανική Allianz, η οποία, όπως έγινε γνωστό αυτή την εβδομάδα, έχει προχωρήσει σε αύξηση της έκθεσής της σε ελληνικά κρατικά ομόλογα κατά 200 εκατ. ευρώ. Η Allianz, μέσω διαφόρων θυγατρικών της, έχει επενδύσει σε ελληνικό κρατικό χρέος κεφάλαια ύψους 1,2 δισ. ευρώ και εμφανίζεται έτσι να έχει τη μεγαλύτερη έκθεση σε ελληνικά ομόλογα μετά την ΕΚΤ.

Πέρα από τους θεσμικούς επενδυτές, υπάρχει και μια σειρά κερδοσκοπικών κεφαλαίων, όπως τα Perry Capital, Monarch Alternative Capital και Knighthead Capital Management που σύμφωνα με πηγές της αγοράς, έχουν αποκτήσει ή αυξήσει θέσεις στο ελληνικό χρέος το τελευταίο διάστημα, παρά την κλιμάκωση της αβεβαιότητας για τις ευρωπαϊκές προοπτικές της χώρας.

Στοίχημα ριψοκίνδυνο, που αποκαλύπτει και μία από τις οδούς πιθανής μετάδοσης της ελληνικής κρίσης στις διεθνείς αγορές. Στους αισιόδοξους για την εξέλιξη της ελληνικής κρίσης επενδυτές περιλαμβάνεται και ο αμερικανός δισεκατομμυριούχος Wilbur Ross, που εκτιμά ότι τα πράγματα στην Ελλάδα θα γίνουν πολύ καλύτερα και μάλιστα πολύ γρήγορα, εφόσον επιτευχθεί τελικά μια συμφωνία με τους πιστωτές. «Εάν οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν σε συμβιβασμό, θα συμβούν δύο πράγματα: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα είναι πολύ υποστηρικτική και θα αποκαταστήσει τη ρευστότητα προς τις τράπεζες. Και δεύτερον, δεν θα περάσει πολύς καιρός προτού οι τράπεζες και ο ιδιωτικός τομέας ανακτήσουν την πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές». Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, όλες οι πιθανές εκβάσεις του στοιχήματος των ξένων παραμένουν ανοικτές.