ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στη μέγγενη των φόρων και των capital controls

sti-meggeni-ton-foron-kai-ton-capital-controls-2096727

«Εσπειραν» νέους φόρους και capital controls. Πλέον είναι πολύ πιθανό ότι θα «θερίσουν» νέα μείωση της απασχόλησης και περαιτέρω ψαλίδισμα των αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα φορολογικά έσοδα της χώρας αλλά και για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος. Ολες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι οι περιορισμοί στις τραπεζικές συναλλαγές, η αύξηση του ΦΠΑ, αλλά και η αναπροσαρμογή προς τα πάνω των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων, θα πλήξουν κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και κλάδους εντάσεως εργασίας με πολύ μεγάλη συμμετοχή στην ελληνική απασχόληση. Ο μεγάλος κίνδυνος εντοπίζεται στο να υπάρξει νέο κύμα αναστολής λειτουργίας μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά και καινούργια «φουρνιά» απολύσεων, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τον δείκτη της ανεργίας.

Ολες οι έρευνες έχουν δείξει ότι μια μονάδα ύφεσης –για το 2015 υπάρχει πρόβλεψη ότι το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί πάνω από 2,5%– οδηγεί στην απώλεια περισσότερων των 10-15.000 θέσεων εργασίας. Οσον αφορά τους μισθούς, τα απογραφικά στοιχεία του ΙΚΑ για το 2014 έδειξαν ότι συνεχίστηκε η υποχώρηση με ρυθμό άνω του 3%, ενώ κάτι τέτοιο αναμένεται να επαναληφθεί και φέτος, ως «απάντηση» στα νέα βάρη που επωμίστηκαν ή θα επωμιστούν οι εργοδότες. Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά: Η μηνιαία μεικτή δαπάνη για μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, έτσι όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία του ΙΚΑ, έχει περιοριστεί πλέον στα 1,76 δισ. ευρώ μηνιαίως από 2,61 δισ. ευρώ το 2010. Σε ετήσια βάση, επομένως, το εισόδημα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα έχει περιοριστεί ήδη περίπου κατά 12 δισ. ευρώ. Μόνο οι απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ τον χρόνο. Η εφαρμογή των capital controls τον τελευταίο μήνα έχει δείξει ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα από ό,τι οι μεγάλες εταιρείες, οι οποίες είτε διαθέτουν τη στήριξη μητρικών εταιρειών στο εξωτερικό είτε τραπεζικούς λογαριασμούς εκτός Ελλάδας, που τους επιτρέπουν να χρηματοδοτήσουν την εισαγωγή προϊόντων ή πρώτων υλών. Οι μικρομεσαίοι που έχουν «πάρε-δώσε» με προμηθευτές εκτός Ελλάδας βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο έλεος της τράπεζάς τους (σ.σ. χαμηλής αξίας εισαγωγές εγκρίνονται στο εξής απευθείας από την τράπεζα) ή της αρμόδιας Επιτροπής Εγκρίσεων του υπουργείου Οικονομικών. Οσο θα παρατείνονται οι έλεγχοι, τόσο δυσχερέστερη θα γίνεται η θέση των μικρομεσαίων ειδικά αυτών που δραστηριοποιούνται στον χώρο του χονδρικού και λιανικού εμπορίου.

Μικρομεσαίες

Τι σημαίνει όμως μικρομεσαία επιχείρηση για την ελληνική απασχόληση; Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από την επεξεργασία των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων στο ΙΚΑ, όπου αποτυπώνεται ο αριθμός των απασχολούμενων ανά κλάδο, αλλά και οι αποδοχές τους. Εταιρείες που απασχολούν λιγότερα από 10 άτομα προσωπικό αντιπροσωπεύουν το 90% των εργοδοτών στην Ελλάδα, αλλά απασχολούν μόνο το 28% των ασφαλισμένων. Χρόνο με τον χρόνο, η απασχόληση συγκεντρώνεται στα χέρια των ολίγων. Παρ’ όλα αυτά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να προσφέρουν δουλειά σε περίπου μισό εκατομμύριο εργαζομένους όταν το σύνολο των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ δεν ξεπερνά τα 1,7-1,8 εκατομμύρια.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα «ευάλωτες» στα υφεσιακά μέτρα και μετακυλίουν αυτόματα το βάρος στην απασχόληση και στον εργαζόμενο. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα ευρήματα:

1. Το 2010, η συνολική μισθολογική δαπάνη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (σ.σ. αυτών με λιγότερα από 10 άτομα προσωπικό) έφτανε στα 434,5 εκατ. ευρώ τον μήνα. Το 2014, το ποσό υποχώρησε στα 285 εκατ. ευρώ.

2. Το 2010, οι μικρομεσαίοι προσέφεραν δουλειά σε 351.000 ασφαλισμένους με συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Το 2014, ο αριθμός των πλήρως απασχολουμένων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις περιορίστηκε στις 266.796. Αντίθετα, οι μερικώς απασχολούμενοι εκτοξεύτηκαν σε 194.907 από 127.969 που ήταν το 2010. Το τι σημαίνει αυτό για τις αμοιβές είναι προφανές: ένας εργαζόμενος σε μικρομεσαία επιχείρηση αμειβόταν στο τέλος του 2010 (κατά μέσο όρο) με 1.044 ευρώ, ενώ ένας μερικώς απασχολούμενος με 499 ευρώ. Το 2014, αυτοί οι μισθοί περιορίστηκαν στα 804 και 362 ευρώ αντίστοιχα (μεικτά).

Η… εξαφάνιση των εργοδοτών

Οι «εργοδότες» μειώνονται και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι μικρομεσαίοι που μέχρι και το 2010 απασχολούσαν 1-5 άτομα είτε ανέστειλαν τη δραστηριότητά τους, είτε αποφάσισαν να κάνουν τη δουλειά… μόνοι τους. Οι επιχειρήσεις που απασχολούν έως πέντε άτομα προσωπικό έχουν περιοριστεί από τις 202.651 που ήταν στο τέλος του 2010 σε 170.757 στο τέλος του 2014. Το 2010 απασχολούσαν 361.000 εργαζόμενους, οι οποίοι τέσσερα χρόνια αργότερα είχαν μειωθεί σε 326.000. Η απασχόληση συγκεντρώνεται στα χέρια ολοένα και λιγότερων επιχειρήσεων: 1.894 εργοδότες (επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 100 εργαζόμενους η καθεμία) έχουν φτάσει να μισθοδοτούν 719.491 εργαζόμενους, έναντι 683.361 το 2010. Το πρόβλημα είναι ότι για όσο χρονικό διάστημα κυριαρχεί η ανασφάλεια στην οικονομία, μεγάλες επενδύσεις δεν θα πραγματοποιούνται, που σημαίνει ότι δεν θα αυξάνεται και ο αριθμός των μεγάλων εργοδοτών για να φέρουν και τις νέες θέσεις εργασίας. Η σύγκριση των μικρομεσαίων με τις μεγάλες επιχειρήσεις αναδεικνύει και σημαντικές μισθολογικές διαφορές: στις εταιρείες με πάνω από 10 άτομα προσωπικό οι μισθοί είναι αισθητά μεγαλύτεροι. Κατά μέσον όρο, ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης σε εταιρεία με περισσότερα από 10 άτομα προσωπικό εισπράττει 1.363 ευρώ τον μήνα. Στην «άλλη όχθη» ο μέσος μισθός είναι μόλις 805 ευρώ.

Συνεχίζεται η… φτωχοποίηση των μισθωτών

Εκτός από τα capital controls, υπάρχουν και τα φορολογικά μέτρα που θα πρέπει να συνυπολογιστούν. Μεγάλο βάρος πέφτει κυρίως σε τέσσερις τομείς λόγω ΦΠΑ: στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις λόγω αύξησης του συντελεστή από το 6,5% στο 13%, στην εστίαση (σ.σ. ο ΦΠΑ αυξάνεται από το 13% στο 23%) αλλά και στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης, όπου για πρώτη φορά μπαίνει ΦΠΑ με συντελεστή 23% (σ.σ. σε φροντιστήρια όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, ξένων γλωσσών και πληροφορικής). Επιπτώσεις αναμένεται να υπάρξουν και στον κλάδο του χονδρικού και λιανικού εμπορίου λόγω ΦΠΑ αλλά και capital controls.

Πόσους απασχολούν αυτοί οι κλάδοι; Περίπου 700.000 «φανερούς» εργαζομένους χωρίς να συνυπολογίζονται τα «μαύρα» μεροκάματα.

1. Στον κλάδο των ξενοδοχείων και των εστιατορίων, η απασχόληση στο τέλος του 2014 έφτανε στα 198.326 άτομα (σ.σ. εννοείται ότι τους θερινούς μήνες είναι μεγαλύτερος, καθώς η απασχόληση στους δύο κλάδους έχει εποχικό χαρακτήρα).

2. Στην εκπαίδευση απασχολούνται συνολικά 118.248 εργαζόμενοι, ο μεγαλύτερος αριθμός των οποίων σε φροντιστήρια.

3. Το χονδρικό και λιανικό εμπόριο απασχολούσε τον Δεκέμβριο του 2014 377.082 εργαζομένους.

Στο μεταξύ, με αμείωτη ταχύτητα συνεχίζεται η… φτωχοποίηση των μισθωτών. Ακόμη και οι «τυχεροί» που εξακολουθούσαν να εμφανίζονται ως ασφαλισμένοι στο τέλος του 2014, προκύπτει ότι αναγκάζονται να συμβιβάζονται –κατά μέσο όρο– με ολοένα και χαμηλότερες αποδοχές. Μέσα σε μόλις ένα χρόνο, δηλαδή από το τέλος του 2013 στο τέλος του 2014, το ποσοστό των ασφαλισμένων που εμφανίζονταν να αμείβονται με λιγότερα από 1.000 ευρώ μεικτά ως προς το σύνολο των ασφαλισμένων, αναρριχήθηκε από το 53,8% στο 57,1%. Ακόμη και σε απόλυτους αριθμούς παρατηρήθηκε αύξηση. Σε σύνολο 1,68 εκατ. ασφαλισμένων τον Δεκέμβριο του 2014, οι 954.546 συμβιβάστηκαν με τριψήφιο μηνιαίο μισθό. Σε αντίστοιχο αριθμό ασφαλισμένων για το 2013 (σ.σ. συνολικά εμφανίστηκαν 1.604.826 άτομα στις λίστες του ΙΚΑ) οι αμειβόμενοι με λιγότερα από 1.000 ευρώ μεικτά ήταν 861.907.

Ο συνδυασμός υψηλής ανεργίας και ολοένα και χαμηλότερων μισθών γίνεται πλέον εκρηκτικός τόσο για τα φορολογικά έσοδα της χώρας όσο και για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού. Χρόνο με τον χρόνο, διευρύνεται ο αριθμός των φορολογουμένων που πέφτει κάτω από το αφορολόγητο της κλίμακας (σ.σ. η έκπτωση φόρου που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία ισοδυναμεί με αφορολόγητο της τάξεως των 9.500 ευρώ) με αποτέλεσμα να μη συνεισφέρει μέσα από την άμεση φορολογία.

Από την άλλη, η «βάση» επί της οποίας υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές γίνεται ολοένα και μικρότερη (σ.σ. οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων υπολογίζονται με συντελεστή 40% επί των μεικτών αποδοχών), κάτι που σημαίνει συνεχή «συμπίεση» για τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων. Σύντομα, η κυβέρνηση θα έρθει ξανά αντιμέτωπη με το πρόβλημα, καθώς η συμφωνία με τους δανειστές ουσιαστικά προβλέπει «πάγωμα» της συμμετοχής του κρατικού προϋπολογισμού στις δαπάνες για τη χρηματοδότηση των συντάξεων στα επίπεδα του 2015. Αυτό σημαίνει ότι η όποια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης θα μπορεί στο εξής να καλυφθεί μόνο από τις ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη και εργαζόμενου), οι οποίες όμως συνεχίζουν να μειώνονται λόγω της κάμψης των μισθών.

Τα ετήσια στοιχεία που δημοσίευσε το ΙΚΑ μετά την επεξεργασία των περιοδικών δηλώσεων που υποβάλλουν οι εργοδότες (σ.σ. είναι απογραφικά στοιχεία και γι’ αυτό έχουν μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας) αποτυπώνουν με σαφήνεια την καθίζηση των μισθών:

1. Η έκρηξη της εκ περιτροπής εργασίας και της μερικής απασχόλησης έχει αυξήσει στο 24% το μερίδιο των εργαζομένων που εισπράττουν λιγότερα από 500 ευρώ τον μήνα μεικτά. Το ποσοστό αντιστοιχεί σε περίπου 400.000 ανθρώπους για το 2014, έναντι 372 χιλιάδων το 2013 και μόλις 181.243 το 2010. Σε σχέση με την προ μνημονίων εποχή, ο αριθμός των εργαζομένων που εμφανίζονται να δουλεύουν μεν αλλά με μισθούς κάτω από τα όρια της φτώχειας, έχει αυξηθεί κατά 121%. Σημειωτέον ότι ακόμη και σε αυτά τα επίπεδα μισθών, επιβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές με συντελεστή 15,5%.

2. Η 6ετής ύφεση ουσιαστικά εξαφανίζει τη λεγόμενη «μεσαία μισθολογική τάξη». Μισθούς της τάξεως των 1.000-1.500 ευρώ μηνιαίως έπαιρναν το 2010 περίπου 550.000 εργαζόμενοι ή ο ένας στους τρεις που εμφανίζονταν στη στατιστική του ΙΚΑ. Το 2014, ο αριθμός είχε περιοριστεί στα 370.481 άτομα. Πλέον οι εργαζόμενοι των 1.000-1.500 ευρώ μεικτά αντιπροσωπεύουν μόλις το 22% του συνόλου.

3. Ενα από τα μέτρα του νέου μνημονίου που αποσκοπεί στο να αποφέρει έσοδα της τάξεως των 250 εκατ. ευρώ ετησίως είναι και η αύξηση της εισφοράς αλληλεγγύης σε όσους έχουν αποδοχές άνω των 30.000 ευρώ τον χρόνο. Είναι οι εργαζόμενοι με μεικτό μισθό άνω των 2.000 ευρώ. Πόσοι όμως έχουν απομείνει; 199.706 σε ολόκληρη τη χώρα. Το 2010 ήταν 80.000 περισσότεροι και αντιπροσώπευαν το 17% του συνόλου. Πλέον το μερίδιό τους έχει πέσει κάτω από το 12%.